Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Πάμπλο Νερούδα - Σκύβω εκεί κάθε βράδυ

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ

και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου

στα ωκεάνια μάτια σου.


Εκεί απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες

η μοναξιά μου, πέρα δώθε στον αέρα

υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.


Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες

πάνω από τα εξόριστα μάτια σου

που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας

και σκάνε στην ποδιά του φάρου.


Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,

γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον.

μες απ' το βλέμμα σου

ώρες ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.


Σκύβω εκεί κάθε βράδυ

και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου

από τη θάλασσα εκείνη

που κλυδωνίζει τα ωκεάνια μάτια σου.


Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια

που λάμπουν εκεί απάνω

όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ' αγαπάω.


Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα

και τσαλαπατάει τα στάχια τα γαλαζιανά στον κάμπο.

Κατερίνα Γώγου – Σ’ ένα κόκκινο μπαλόνι

Σε ενοχοποιούν

όχι τόσο οι πράξεις σου

σε ενοχοποιούν οι σκέψεις

οι σχέσεις σου

κάτι χαμόγελα που έσβησες

κάτι μαλακισμένες εικόνες που κουβαλάς

σχεδόν ηλιοβασίλεμα.

.

Σε ενοχοποιεί η αθωότητα σου

και αυτά που της χρωστάς.

Κάτι λάθη

και κάτι πάθη.

.

Και έτσι ζωγραφισμένος

σ’ ένα κόκκινο μπαλόνι που ανεβαίνει

σε μιλάει

ανεβαίνει πάνω απ’ την πόλη.

.

Εσύ Τζιμάκο, πήγες

θα ‘φαγες ραδίκια

αλλά τώρα κανείς σας δεν είναι…

Κόμπος πατέρα…

Κι εγώ βρούβες και βρούβες και βρούβες.

.

Και πάλι μάσησα

πως έχω εσάς

να μην κλαίω – και ούτε ΑΝΑ-σφάλειες.

.

Η Κατερίνα είμαι μωρέ.

.

........................................Που στην ευχή είσαστε; Που, ρε;

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

Κική Δημουλά - Σας άφησα μήνυμα

Ἐμπρός ἐμπρός μὲ ἀκοῦτε; Ἐμπρός
ἀπὸ μακριὰ τηλεφωνῶ. Δὲν ἀκούγομαι
τί, ξεφορτίστηκε ἡ ἀπόσταση;
Ἀπὸ κινητὸ διάστημα μιλᾶτε;
Νὰ ξαναπατήσω τὸ μηδέν; Κι ἄλλο;
Μὲ ἀκοῦτε τώρα;
Ναὶ μου δίνετε σᾶς παρακαλῶ τὴ μαμά μου;
Τί ἀριθμὸ πῆρα; Τὸν οὐρανὸ
αὐτὸν μοῦ ἔχουν δώσει. Δὲν εἶναι κεῖ;
Μπορῶ νὰ τῆς οὐρλιάξω ἕνα μήνυμα;
Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη πεῖτε της
εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι πέθανε κι ἐγὼ
μικρὸ παιδὶ κατουρημένο γοερὰ
μούσκεμα ὁ φόβος ὡς ἀπάνω
κι ἀκόμα νὰ στεγνώσει.

Νὰ ῾ρθεῖ νὰ τὸν ἀλλάξει.

Ἂν δὲν μπορέσει, τῆς λέτε ἀκόμα ὅτι
ὡρίμασε ἐκείνη ἡ παλιὰ φοβέρα της
πὼς θὰ μὲ φάει ὁ γέρος ἂν δὲν τελειώσω
τὸ φαγητό μου.
Ὡρίμασε ἔγινα γεῦμα γήρατος.
Ὄχι σὲ ταβερνάκι ὀνείρου.
Σὲ κάποιο λαϊκὸ μαγέρικο ποὺ ἄνοιξε
ὁ καθρέφτης.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα του Ευγένιου Τριβιζά

Αν ψέματα του ‘λεγε; Αν καμωνόταν; Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν; Πως θα σιγουρευόταν; Αλήθεια, πως;

***** ***** ***** ***** *****

Μεσάνυχτα. Στον ουρανό τον ήσυχο, το βαθυσκότεινο, θαμποσβήνουν δειλά, αχνόφωτα τα αστέρια σ’ άπειρους μαγευτικούς συνδυασμούς, αμέτρητες εξωτικές, παραμυθένιοες ζωγραφιές. Αστέρια πολλά. Μυριάδες αστέρια. Φαναράκια χρυσαφιά, που, με τις τοσοδούλικες τους λάμψεις, ζωγραφίζουν στα μενεξεδένια βελούδα γαλέρες, γιρλάντες, άτια και κάστρα και θεριά παράξενα.
Εκεί ψηλά, στων αστεριών τον κόσμο που η χλωμόχρυση σελήνη βασιλεύει, πλανιόταν κάποτε συντροφικά τρία άστρα μικρά, αδέλφια αγαπημένα. Το πρώτο το ‘λεγαν Αυγερινό, τα’ άλλο Αστραφτερή και το τρίτο το τελευταίο, που ‘χε την πιο γλυκόθωρη λάμψη απ’ όλα τ’ άλλα αστέρια που το στερέωμα στολίζουν, το ‘λεγαν «Καμάρι τ’ Ουρανού».
Ανέμελα έπαιζαν κρυφτό στα πουπουλένια νέφη, κυνηγητό με τις φεγγαραχτίδες, που γλιστρούσαν γοργά, γνέφανε γελαστά, χάνονταν και ξέφευγαν στ’ απλόχωρα ουράνια χαρωπές.
Ώσπου κουράστηκε κάποια νυχτιά το Καμάρι τ’ Ουρανού με τ’ αδέλφια του αντάμα. Απόκαμε να παίξει. Βαρέθηκε να θαυμάζει το φεγγάρι εκστατικά. Πεθύμησε σ’ άλλους κόσμους, κόσμους πρωτόγνωρους, αλαργινούς, να ταξιδέψει. Δεν το χώραγε ο ουρανός, άχαρος και πληχτικός του φαινότανε ο γαλαξίας.
- Μη φεύγεις! παρακάλεσε η Αστραφτερή.
- Μη μας αφήνεις! κλάφτηκε ο Αυγερινός.
Μα το ‘χε πάρει απόφαση το Καμάρι τ’ Ουρανού. Υπόσχεση του έδωσε πως θα γυρνούσε σίγουρα, προτού η ροδόλουστη αυγούλα ξεπροβάλει, και, μ’ ένα σάλτο ανάλαφρο, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και τις ουράνιες στράτες.
Άρχισε να γλιστρά γοργά στο διάφανο διάστημα, νιώθοντας έναν ίλιγγο μεθυστικό, ίλιγγο που τ’ ανατρίχιαζε, του έκοβε την ανάσα.
Ένα τράνταγμα, μια μαρμαρυγή, κι έπεσε το Καμάρι τ’ Ουρανού στη Γή!

***** ***** ***** ***** *****

Όταν συνήλθε απ’ την παραζάλη, έφερε το βλέμμα γύρωθε του. Είχε βυθιστεί σ’ ένα λιβάδι άγνωστο και σκοτεινό, κι η αχνή του ανάσα φανέρωνε μια ύπαρξη μαγευτική, εκεί κοντά του. Πλάι του ακριβώς, στην άκρη μίσχου λεπτού, φύτρωνε ένας ήλιος τοσοδούλης, στεφανωμένος πάλλευκες αχτίδες.
- Ποιος είσαι; μίλησε η μαργαρίτα πρώτη.
- Ένας ταξιδιώτης από το γαλαξία. Εσύ;
- Λουλούδι. Δεν έχεις ξαναδεί;
- Όχι. Από πού έπεσες εδώ;
- Δεν έπεσα. Εδώ έτυχε ν’ αναστηθώ, εδώ, σ’ ένα λιβάδι μυστικό, να ρουφώ από τη γή πικρούς χυμούς και να προσμένω…
Δε χόρταινε να την κοιτά, να θαυμάζει το φλουράτο κεφαλάκι με τα χαριτωμένα πέταλα, τον ντελικάτο μίσχο της τον τρυφερό.
Απόμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μόνο τ’ αργοθρόισμα ακουγόταν.
Ύστερα, σιγανή άκουσε τη φωνή της:
Έψαχνες να με βρείς;
Έτσι θαρρώ!
Είχε σκήψει πλάι του. Πολύ κοντά του. Ένιωσε το άρωμα της. Ένα της πέταλο άγγιξε μια χρυσαφιά του ακίδα. Ρίγησαν. Μια άλικη σπίθα ελαμψε ανάμεσα τους, κι η ψυχή του ξενιτεμένου αστεριού πλημμύρισε λατρεία τρυφερή για την μαργαρίτα την χλωμή, που ‘γερνε πλάι του σιγοτρέμοντας, απ’ τη φεγγοβολιά του θαμπωμένη.
Κι εκείνη η κρυσταλλένια νύχτα ήταν μεγάλη, ατέλειωτη, μ’ μ’ ώρες μεθυστικές, αμέτρητες, στιγμές μαγευτικές, ολόδικες τους. Το βαθυσκότεινο λιβάδι κοιμόταν απέραντο, ανασαλεύοντας νωχελικά στη μυρωμένη αύρα.

***** ***** ***** ***** *****

Ξάφνου, μια σκιά πέρασε σαν αστραπή απ’ το λιβάδι, και προτού καλά καλά φανεί, την κατάπιε πάλι το σκοτάδι. Το αστέρι ένιωσε μια σαΐτα να κεντά τα’ ασημένια του τα φυλλοκάρδια, και την ίδια τη στιγμή ζήλια μαρτυρική στην ψυχή του να φουντώνει!
Όσο ένιωθε την καλή του αγγελικά να το θωρεί, αμφιβολία βασανιστική το τυραννούσε, ζήλια για κάθε χορτάρι του απέραντου αγρού, για κάθε κρυφή της μαργαρίτας σκέψη… Βαθιά την αγαπούσε. Κι εκείνη το ίδιο άραγε; Αν καμωνόταν; Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν; Αν ταξίδευε κι αυτή στα όνειρά της; Πως θα σιγουρευόταν; Πως θα μάθαινε τα μυστικά της; Πως;
Τέτοια συλλογιζόταν, όταν τράβηξε με δύναμη ένα πέταλο χιονάτο.
- Μ’ αγαπά, μουρμούρισε όπως τ’ άφηνε να πέσει.
Έπειτα, δισταχτικά τράβηξε ακόμα ένα.
- Δεν μ’ αγαπά, ψέλλισε βραχνά.
- Μη! στέναξε η μαργαρίτα τρέμοντας από πόνο γλυκό, παράπονο, απορία.
Μα μες στη μέθη του τα’ αστέρι, πως θα μάθαινε, όπου να ‘ναι την αλήθεια, δεν έδωσε στο μαρτύριο της σημασία.
- Μ’ αγαπά: γέλαγε τρισευτυχισμένο.
- Δε μ’ αγαπά! θρηνούσε σκυθρωπό.
Κι ασυλλόγιστα μαδούσε ολοένα τα πέταλα της τα χιονάτα, ένα ένα.
- Γιατί; ψιθύριζε τ’ άδολο ανθάκι λαβωμένο.
Μα τ’ αστέρι δεν την άκουγε, στον οίστρο του παραδομένο.
- Μ’ αγαπά!
- Δε μ’ αγαπά!
Πονούσε η μαργαρίτα. Πονούσε πολύ. Με κάθε πέταλο απαλό έφευγε και μια πνοή. Ώσπου τράβηξε το στερνό της πέταλο τ’ αστέρι.
- Μ’ αγαπά! φώναξε χαρούμενο.
Κι ο αντίλαλος του γύρισε θλιμμένος πίσω.
Σταμάτησε, σκέφτηκε. Είδε την μαργαρίτα να σκιρτά όλο παράπονο, να ξεψυχά εκεί, στης λάμψης του την αχνόφωτη αγκαλιά. Έγειρε αργά αργά, άγγιξε τη χλόη. Της αύρας η πνοή πήρε τα πέταλα, τα σκόρπισε τριγύρω.
Ύστερα, τίποτ’ άλλο πια. Μόνο σκοτάδι. Κι ολόγυρα, σκούρα, πυκνά χορτάρια απειλητικά.
Τότε μόνο ένιωσε τι της είχε κάνει. Τρεμόπαιξε για μια στιγμή, στέναξε κι έπαψε ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως.
Άδικα πρόσμενε ο Αυγερινός. Άδικα τ’ αναζητούσε η Αστραφτερή.. γιατί δε γύρισε το Καμάρι τ’ Ουρανού, όπως είχε υποσχεθεί;

***** ***** ***** ***** *****

Την άλλη μέρα, όταν ροδόλουστη η αυγή απ’ της ανατολής τ’ ασημογάλαζα ξεπρόβαλε τα τούλια, σ’ απλόχωρο λιβάδι λιόχαδο, πνιγμένα μες στη δροσερή του αγκάλη, βρήκε μια μαδημένη μαργαρίτα κι ένα σβησμένο αστέρι βυθισμένα…

Κυριακή 28 Ιουνίου 2009

Μίλαν Κούντερα - Μη μ’ αγγίζεις

… Πώς να σε θέλω
που όλο απάθεια σωπαίνεις.
Μη μ’ αγγίζεις, δε σε θέλω!
Αν έλεγες τουλάχιστο και μόνο μια λεξούλα!
Αν έλεγες τουλάχιστο ένα γλυκό ψέμα!
Μίλα! Θα σε πιστέψω! Τα πάντα θα ανεχτώ!
Θ’ ακολουθήσω τα ψέματα σου σαν υπνοβάτισσα πάνω στην μαρκίζα!
Μ’ αγαπάς; Πες μου! Απάντησε:
Θα επεκταθώ μπροστά σου σα λιβάδι!
Θα σε καταπιώ μέσα μου όπως το δάσος το σκαθάρι!
Μόνο μίλα, λέγε μου ψέματα, απάντησε!...
… Αλλά εσύ μόνο κοιτάς. Για πολύ και αδιάφορα.
Μη μ’ αγγίζεις! Δε σε θέλω!
Δε σε θέλω! Θα ‘σαι η δυστυχία μου, ο θάνατος,
η μεγάλη μου φτώχεια!
Δε σε θέλω γιατί σε αγαπώ, γιατί το σώμα μου
είναι ένα κοπάδι άγρια πρόβατα,
που κανείς δε θέλει να τα φυλάξει!...
…Αχ,
τι κάνεις;… Με φιλάς!...
Αγαπημένε!...
Αγαπημένε μου!...
Εσύ…

Μίλαν Κούντερα - Πόθος για ύπνο

Δεν ξέρω χωρίς εσένα να ζω.
Τι σημασία έχει που συναντιόμαστε
μια φορά στους δύο μήνες ή και λιγότερο.
Έρχεσαι για εμένα και με ξεκρεμάς
σαν κάποιο από το μαγαζί μίσθιο.
Κι εγω σ’ ακολουθώ.
Υπάκουη, όπως υπάκουα είναι τα πράγματα
που εκμισθώνονται.

Πηγαίνουμε πάντα σε μια μικρή ταβέρνα
στα προάστια,
πίνουμε κάνα δύο βότκες κι εγώ ύστερα
μένω σε σένα.
Ξεχνώ τον κόσμο, κραυγάζω από ευτυχία,
αλλά εσύ
όλο αυτό το διάστημα σκέφτεσαι μόνο
να μη χάσω το τελευταίο τραμ.
Κι εγώ ντύνομαι και φεύγω.

Φεύγω και λέω:
Να κοιμάσαι μαζί, μαζί να κοιμάσαι,
να ‘σαι ξαφνικά ελαφριά σα σκουπιδάκι,
ν’ ανασαίνει βαθιά, να μετατρέπεσαι
σε μακρόσυρτο τραγούδι,
μέσα σ’ αυτόν τον μικρό γλυκό θάνατο
τον όμοιο με μωρό,
να κοιμάσαι μαζί ελαφριά σα σκουπιδάκι.,
να μετατρέπεσαι σε κοινό τραγούδι…

αλλά εσύ μαζί μου ποτέ δεν πρόκειται να κοιμηθείς.
Ο άντρας δύσκολα αποκοιμιέται δίπλα σε μια γυναίκα
Που δεν αισθάνεται γι’ αυτήν αγάπη.
Τι να γίνει.
Δεν ξέρω χωρίς εσένα να ζω.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

Πάμπλο Νερούδα - Άφησε ελευθέρα τα χέρια μου

'Αφησε λεύτερα τα χέρια μου
και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη! '
Αφησε τα δάχτυλά μου να τρέξουν
στους δρόμους του κορμιού σου.
Το πάθος - αίμα, φωτιά, φιλιά -
με ανάβει με τρεμουλιαστές φλόγες.
Αλλά εσύ δεν ξέρεις τι είναι τούτο!
Είναι η καταιγίδα των αισθήσεών μου
που διπλώνει τον ευαίσθητο δρυμό των νεύρων μου.
Είναι η σάρκα που φωνάζει με τις διάπυρες γλώσσες της!
Είναι η πυρκαγιά!
Και συ είσαι εδώ, γυναίκα σαν άθικτο ξύλο
τώρα που η καμμένη μου ζωή πετάει
προς το γεμάτο με άστρα, σαν τη νύχτα, σώμα σου!
'Αφησε λεύτερα τα χέρια μου
και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη!
Δεν είναι έρωτας, είναι επιθυμία που ξεραίνεται και σβήνει,
είναι καταιγισμός από ορμές,
προσέγγιση του απίθανου,
αλλά υπάρχεις εσύ,
υπάρχεις εσύ για να μου δώσεις τα πάντα,
και για να μου δώσεις αυτό που κατέχεις ήρθες στη γη -
όπως εγώ ήρθα για να σε περιέχω
για να σε επιθυμώ,
για να σε δεχτώ!

Πάμπλο Νερούδα - Σκυφτός στο δειλινό

Σκυφτός στο δειλινό, ρίχνω τα θλιμμένα δίχτυα μου
στα ωκεάνεια μάτια σου.

Εκεί γιγαντώνεσαι και καίει στην πιο ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που χτυπάει τα χέρια σαν τον ναυαγό.

Κάνω σινιάλα κόκκινα, στ’ αφηρημένα μάτια σου
που κυματίζουν σαν τη θάλασσα στα πόδια κάποιου φάρου.

Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου γυναίκα μακρινή, δική μου,
στιγμές από το βλέμμα σου προβάλλει η έκτη του τρόμου.

Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα θλιμμένα δίχτυα μου
σ’ εκείνη τη θάλασσα που φουρτουνιάζει τα ωκεάνεια μάτια σου.

Τα νυχτοπούλια ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
που σπιθίζουν σαν την ψυχή μου όταν σ’ αγαπώ.

Στη σκοτεινή φοράδα της καλπάζει η νύχτα
σκορπώντας γαλάζια στάχυα πάνω στον κάμπο.

Πάμπλο Νερούδα - Στα νερά της βορείου Ευρώπης

Νερά του Βόρειου πλάτους
που πλένεται ο ουρανός.
Όλα διαλύθηκαν
σε θολωμένη ασπράδα
σε βρώμικους ορίζοντες
κι άπειρο γκριζωμένο.

Το πλοίο σκίζει και κόβει
τη χαίτη του νερού
και πάει πάει πάει
γλιστρώντας στην ομίχλη
άβαρο σαν το γλάρο
που πάει στη σιωπή...

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

Μίλτος Σαχτούρης - Ο στρατιώτης ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου
Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβομέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου
Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

Καβάφης Κ. Π. - Ενδύματα

Mέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.

Tα ρούχα τα κυανά. Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Kαι κατόπιν τα κίτρινα. Kαι τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.

Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.

Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.

Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.

Όλως διόλου τελειωμένη. Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο.

Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.

Καβάφης Κ. Π. - Che fece .... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

Καβάφης Κ. Π. - Όσο Mπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Καβάφης Κ. Π. - Απ’ τες Eννιά

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.

Ιάσων Δεπούντης - Στα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα

Τώρα βρίσκομαι μ’ όλα τ’ άρρωστα κι αδύναμα πουλιά μαζί

πάλε τη στέγη ράγισε η σιωπή για τη θλιμμένη ανάμνησή μου.

Τ’ άλλα που θα διηγηθώ είναι οράματα-

Τις νύχτες ενώ δεν ταράζει τον ύπνο μας η συννεφιά ή τ’ όνειρο

ξυπνούμε πολλές φορές – τα πουλιά στη φωλιά τους

κι εγώ στο κρεβάτι μου και κλαίμε.

Μένουν μονάχα τους κι αυτά – και ξέρουν

πόσο κρυώνει ένα πουλί έξω από τη φωλιά του.

Κατερίνα Γώγου - X

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής"
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...

Κατερίνα Γώγου - VIII

Η ζωή μας είναι σουγιάδες
Σε βρώμικά αδιέξοδα
Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα…
Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω, η Πατησίων.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή
Ξευτίλα - μοναξιά - απελπισία
Κι ανάποδα
Εντάξει δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας
Και καπνίζουμε….
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…

Κατερίνα Γώγου - IX

Θα 'ρθει καιρός
που θ' αλλάξουν τα πράγματα
να το θυμάσαι Μαρία
θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα
εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε
κρατώντας τη σκυτάλη
Μη βλέπεις εμένα μην κλαις
εσύ είσαι η ελπίδα
Άκου, θα 'ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
δεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απ' έξω
και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε
δε θα 'μαστε άλογα
να μας κοιτάνε στα δόντια
Οι άνθρωποι, σκέψου,
θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές :
απροσάρμοστοι, καταπίεση,
μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της Ιστορίας
Είναι Μαρία, δε θέλω να λέω ψέματα,
δύσκολοι καιροί και θα' ρθουνε κι άλλοι
δε ξέρω, μην περιμένεις κι από μένα πολλά
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κράτησα καλά
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
...παρ' όλα αυτά Μαρία

Κατερίνα Γώγου - VII

Καταστολή


Ανάμεσα σ' αυτές /λέγω/ τις ξυραφισμένες εγκοπές
όπου οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονοματίζουν
μάτια
εκεί όπου υπάρχει φυτρωμένος ένας μικρός τάφινος + σταυρός
και μια
μεγάλη γυναίκα καταθλιπτική με μαύρα γυαλιά
κι ένα καφέ λουρί σκύλου στο χέρι
σπάνε εκεί τις τελευταίες μέρες μου
μεγάλα σκοτεινά νερά σταλμένα από δυνάμεις σκοτεινές
καλώντας με να προχωρήσω...
Μπρούμυτα πεθαμένοι με σακάκια ανε6αίνουν σταυρωτά
μέσα από τα νερά
τάματα μπούστο πρησμένα
κολλάνε σα πεταλίθρες στο πίσω μέρος του κρανίου μου
εκεί όπου αρχίζει το τριχωτόν μου /πεινάνε
είναι πεινασμένοι όλοι τους /καταλα6αίνετε/ θέλουν να ζήσουν
κό6ουν εδώ πίσω με κοφτερές δαγκωνιές
την τελευταία μου κοινωνική μου άμυνα
αυτό που οι άνθρωποι συνήθισαν να ονοματίζουν
μυαλό μου
γι ' αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δεν
φο6άμαι δεν 6λέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαι
είμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσα
θα προχωρήσω.

Κατερίνα Γώγου - VI

Σ’ όσους σπάσανε σ’ όσους κρατάνε


Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα

πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρός

στο σκοτεινό θάλαμο της γης

με ισκιωμένο το μυαλό

απ' το ξέφρενο κυνηγητό

της ασάλευτης πορείας των άστρων

οι τελευταίοι

απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους

θυσία

στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών .

Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.

Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής

σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις. .

Κατερίνα Γώγου - V

Τα σύνορα της πατρίδας μου
Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε
απ τα ψητοπωλεία του Μινιόν
περνάνε από τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα ...
Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωή
στριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες
τους στρώνει στο " Θανάση " σημαδεμένη τράπουλα από χέρι
τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες
και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι
Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα
τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο
ώσπου μια μέρα - Παρασκευή μπορεί -
τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους
καρφώνουνε τον αντρισμό τους
τους φέρνει καπάκι
κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο
με το μαντήλι που σκουπίστηκαν
ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω
πνίγουν με ισόβια
φωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικές
θάλασσες Παναμαικές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριες
και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδες
το ξεχειλωμένο μαγιώ απ το περίπτερο
και την τσατσάρα - πουτάνα ζωή - μαγκιά τους στο πλάι
- κανείς δεν ξέρει
- κανείς δεν είδε
19 20 21 χρονώ και τέλος .

Κατερίνα Γώγου - IV

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
πού κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ότι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σε καμπαρέ τής Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τούς στρίμωξαν και τά κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δέν κοιμούνται.
'Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια
μανταλάκια
τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Ολο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τούς αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
"Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τούς ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί ή δική σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.

Κατερίνα Γώγου - III

Η μοναξιά...
δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών "καλών" καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι - Αγ. Βαρβάρα - Κοκκινιά
Τούμπα - Σταυρούπολη - Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης - εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει

Κατερίνα Γώγου - II

Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες τους ανθρώπους...
τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά
πως να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στύλ της καρέκλας...

Κατερίνα Γώγου - I

"Πάει. Αυτό είταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
'Αρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα".

Τάκης Βαρβιτσιώτης - Υστερόγραφο

Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε

Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
Νεκρά φύλλα
Φωνές λησμονημένες

Αθόρυβα θα περάσετε
Το παγερό παράθυρο
Που ανοίγει προς τη νύχτα
Νύχτας σκληρή
Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
Πιο άδεια κι απ’ την απουσία

Θα ‘ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
Και το φιλί της αγάπης
Θα σας φωτίσει

Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε

Ας ταξιδέψει ο χαμόγελό σας
Από στόμα σε στόμα

Ελένη Βακαλό - Το τέλος του σπιτιού

Μια μέρα ο μεγάλος μου γιος είπε
«το βράδυ δε θα γυρίσω σπίτι νωρίς»

Έβαλα τα μικρά να κοιμηθούνε
και τότε θαρρώ πως κοίταξα το σπίτι μας
για πρώτη φορά

Ήταν παλιό
και το χειμώνα θα έσταζε με τις βροχές.

Nίκος - Aλέξης Aσλάνογλου - Υστεροφημία

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ 
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. 
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη 
θα τα διαβάσουν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. 
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν 
ή θα ταφούν σ’ ανήλια σπουδαστήρια –κι είπες πάλι 
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει.

Nίκος - Aλέξης Aσλάνογλου - Στη βροχερή αποικία

Το φιλί σου δοσμένο την άνοιξη με καίει ακόμα 
μισολιωμένο στα μάγουλα, στα λιγοστά μου πεσμένα μαλλιά 
ήταν λαθρόβιο ή εξατμίστηκε εκείνη την ώρα 
μέσα στα δάχτυλα ένα τίποτε ένας σπασμός 

 Το φιλί σου δοσμένο στην άσφαλτο με σέρνει μέσα
σε κλινικές όπου έζησα έγκλειστος, καθώς ξανά 
θα γυρίσω εκεί κάποτε όταν έρθει η αρρώστια 
ιατί να δόθηκε, στη βροχερή αποικία που σε γνώρισα 
ξέρω, δε θα βρεθεί ποτέ γατρειά

Αγγουλές Φώτης - Ώρα καλή

Ώρα καλή συνταξιδιώτες ώρα σας καλή
πού φεύγετε απ' την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε
Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό
ξυπόλητοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό
κι' ήταν το ρέμα δυνατό και θυμωμένη η λάμια
κι' είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί
ν' ακούσω το τραγούδι σας καθώς περνάτε
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί
απόψε πού σταυρώνεται σαν το Χριστό ή Ελλάδα

Αγγουλές Φώτης - Ο δρόμος μας

Ας μην ήρθατε πίσω
κι' ας μη φτάσατε πουθενά
ο δρόμος μας αρχινά
από κει που ο δικός σας τελειώνει
ακολουθούμε πιστά τα ματωμένα σας ίχνη

Μέσα στο κάτασπρο χιόνι
μια ματωμένη γραμμή
το δρόμο μας δείχνει
ας ρίχνει σκοτάδι τριγύρω η νύχτα

Αγγουλές Φώτης - Μην καρτεράτε

Κι εφέτος η πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει

κι' άδειο κανίσκι ειν’ η καρδιά και μαύρη γύρω μου ίσκιοι

Κι έτσι καθώς σε σκέφτομαι χαρά που μου ‘χεις λείψει

μου σιγοτραγουδά η βροχή του σύννεφου τη θλίψη

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή

μητ’ όσο στη κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι

έχουμε τη ζωή πολύ πάρα πολύ αγαπήσει

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2007

Μίλτος Σαχτούρης - Όνειρο

Ένα μικρό σε μια κούνια έιναι πεθαμένο.

Μια μαυροφόρα (πιθανώς η μάνα του) κάθεται από πά-

νω του και κλαίει με λυγμούς. Έπειτα σιγά σιγά το ση-

κώνει, το βάζει κάτω… το μικρό σαν παραζαλισμένο

αρχίζει να περπατάει.

— Δες, λέω, είναι πεθαμένο κι όμως περπατάει.

Μίλτος Σαχτούρης - Μή, τους φωνάζω

μη μιλάτε

για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν

θα σας βγάλουν τα μάτια!

Όταν

Όταν κλείνω τα μάτια

ξεκινάει από μακριά

η αγαπημένη έρχεται

και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως

έρχεται ο θάνατος και

μου φιλά τα χέρια

Μίλτος Σαχτούρης - Εκτοπλάσματα

Μέσα στον τάφο μου

Περπατώ ταραγμένος

τ’ απάνω κάτω

τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω να ουρλιάζουν

ιδέες-αυτοκίνητα

αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε

μιλούνε, γελάνε

για μένα

λένε αλήθειες

λένε ψευτιές

για μένα, για μένα!

Μίλτος Σαχτούρης - Η λάμψη

– Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.

Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά

είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.

– Όμως ­– είπε ο πρώτος:

Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το

καρφώσω το μαχαίρι.

Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα

σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου

χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας

το άχρηστο πια χέρι του.

Μίλτος Σαχτούρης - Τα Γράμματα

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη θάλασσα

στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο

κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν στον αφρό

κι ο καπετάνιος ζωντανός

κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού

ο πατέρας μου και η μητέρα μου

κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να τα διαβάσουν

έχουν ξεχάσει να διαβάζουν

λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα

στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού κρανίου με ξεγέλασες

γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα

και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

Μίλτος Σαχτούρης - Ο τρελός λαγός

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές
ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Μίλτος Σαχτούρης - Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι

ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι

στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε

ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2007

Ιάκωβος Καμπανέλης - Το μεγάλο μας Τσίρκο

Το θεατρικό έργο «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σταθμός για το ελληνικό θέατρο, ανέβηκε το καλοκαίρι του ’73 στα χρόνια της δικτατορίας και οι παραστάσεις του ήταν στην ουσία οι μαζικότερες – μέχρι το Πολυτεχνείο – πολιτικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας.
Πάνω από 400.000 θεατές σε Αθήνα και επαρχία παρακολούθησαν το έργο που συντελεστές του ήταν μεταξύ άλλων, ο Καζάκος, η Καρέζη, ο Παπαγιαννόπουλος, ο Ξυλούρης, ο Ξαρχάκος και ο Ευγένιος Σπαθάρης. Η θεατρική – μουσική παράσταση «Ξύπνα Ραγιά» αποτελεί μια προσπάθεια μεταφοράς του «Μεγάλου μας Τσίρκου» στη σχολική θεατρική πραγματικότητα. Έτσι οι σκηνές «Έναρξις», «Το ‘21», «Ερχομός του Όθωνα», «Γκιλοτίνα», «3η Σεπτέμβρη», «Μεγάλες Δυνάμεις β΄», «Το άγαλμα» και «Τα επινίκια», με ελάχιστες προσαρμογές, προέρχονται από αυτό το εξαιρετικό θεατρικό έργο. Απαραίτητο για να μπει κανείς στο κλίμα της παράστασης, είναι να προμηθευτεί το δίσκο με τα ηχητικά ντοκουμέντα και τα τραγούδια της : «Το Μεγάλο μας Τσίρκο – Σταύρος Ξαρχάκος».
Χρήσιμο εργαλείο για τη διαμόρφωση του παρακάτω κειμένου στάθηκε επίσης και το βιβλίο της Βασιλικής Κυριοπούλου «Βοήθημα για σχολικές γιορτές», εκδ. Ντουντούμη, που αποτελεί τη μόνη ίσως ενδιαφέρουσα συλλογή κειμένων και ποιημάτων στο είδος της. Από τη συλλογή αυτή αντλήθηκαν, αναδιαμορφώθηκαν και προσαρμόστηκαν οι σκηνές : «Κοτζαμπάσηδες», «Μεγάλες Δυνάμεις α’» και «Λαός» από τους «Προστάτες» του Μήτσου Ευθυμιάδη και ο «Σηκωμός», εναλλαγή αφήγησης, έντεχνης ποίησης και δημοτικού τραγουδιού, από το αντίστοιχο έργο του Δημήτρη Φωτιάδη.
Η σκηνή «Το όνειρο του ραγιά» προέρχεται από μια παλιά ταινία – ντοκιμαντέρ του Διονύση Γρηγοράτου για το λαϊκό κίνημα και φαίνεται πως έχει την καταγωγή της στο θέατρο του βουνού, τις θεατρικές παραστάσεις δηλαδή που οργάνωνε το ΕΑΜ στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας ! Η εκδοχή που παρουσιάζεται στην ταινία του Γρηγοράτου είναι κατάλληλη και για τη γιορτή του Πολυτεχνείου καθώς ο Ραγιάς δηλώνει ότι «…ο Καραϊσκάκης μου είπε πως η σωτηρία μας ήτανε στους αντάρτες» και η γυναίκα του κάνοντας μια εκπληκτική σύνδεση με τα γεγονότα της εποχής αναρωτιέται «…μήπως οι σημερινοί είναι καλύτεροι ; Από τη μια απεργίες, από την άλλη αύρες, τρεχάματα, κυνηγητά, δακρυγόνα». Στο εντυπωσιακό κλείσιμο της σκηνής, ο Ραγιάς συνδέει το ’21 με την Εθνική Αντίσταση και το Πολυτεχνείο : «…συνέχεια του βουνού είναι κι αυτοί οι σημερινοί, έτσι μου ‘πε ο Καραϊσκάκης και με σκούντησε : Ξύπνα Ραγιά, έε, ξύπνα Ραγιά» !
Η σκηνή «Η παρέα του Καραγκιόζη ετοιμάζει επανάσταση» γράφτηκε με λίγες δανεικές ατάκες από το «Μεγάλο Τσίρκο» με στόχο να κρατήσει το ίδιο ύφος μεταφέροντας όμως τη δράση των ηρώων από την εποχή της Βαυαροκρατίας στα προεπαναστατικά χρόνια.
Η «Κίνηση για έναν Παιδαγωγικό Όμιλο» των Παρεμβάσεων – Συσπειρώσεων φιλοδοξεί με τις πρωτοβουλίες και τις εκδηλώσεις για την ιστορία και τις σχολικές γιορτές να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα. Σήμερα, οι γιορτές της εμφυλιοπολεμικής περιόδου αναπαράγονται και επιβιώνουν περίφημα σαν κυρίαρχο πρότυπο, με τις υμνολογίες στο μεταξικό καθεστώς, τα απαράδεκτα μηνύματα θρησκοληψίας και εθνικισμού, την ηρωοποίηση των «υπεράνθρωπων» αγωνιστών με στόχο και αποτέλεσμα την απαξίωσή τους, την αναπαραγωγή ανιστόρητων μύθων (κρυφό σχολειό, Αγ. Λαύρα, κλπ.), την περιθωριοποίηση της Εθνικής Αντίστασης. Με τον πρωτοφανή στρατωνισμό των μαθητικών παρελάσεων και τον ανυπόφορο φορμαλισμό «τραγούδι από τη χορωδία μας – ποίημα θα απαγγείλει ο μαθητής της ΣΤ’ τάξης – δημοτικοί χοροί από τα κορίτσια». Το παρακάτω έργο, ανέβηκε με επιτυχία σε σχολεία του Κερατσινίου και του Περάματος. Δεν φιλοδοξούμε σε καμιά περίπτωση με την προσπάθεια αυτή να αντικαταστήσουμε τις έτοιμες συνταγές του «εθνικού φρονηματισμού» και της ακύρωσης του απελευθερωτικού πνεύματος του ’21, του 1940, της Εθνικής Αντίστασης και του Νοέμβρη με άλλες δικές μας έτοιμες συνταγές. Το έργο αυτό αποτελεί μια διαφορετική προσέγγιση σε μορφή και περιεχόμενο, αναδεικνύει την ανθρώπινη πλευρά των αγωνιστών, τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες της εποχής, αποκαλύπτει το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων και προβάλλει τις ιδέες της Ελευθερίας και της Ειρήνης ενοποιώντας θέατρο, απαγγελία, μουσική και χορό σε ένα ενιαίο σύνολο. Θα έχει παίξει το ρόλο του, αν αποτελέσει μια εναλλακτική πρόταση για να ακολουθήσουν ο κάθε εκπαιδευτικός με την τάξη του το δικό τους δρόμο.

1. ΕΝΑΡΞΙΣ

(Μπαίνουν ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι. Είναι ντυμένοι σαν παλιάτσοι.)
ΡΩΜΙΟΣ : Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας. Επειδή η παράστασή μας ανατρέχει σε πολλά επεισόδια, εποχές, γεγονότα, η μικρή από δω και λόγου μου θα σας πληροφορούμε μέσες άκρες για το που βρισκόμαστε και γιατί. Έλα στο έργο μας.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Α, ναι, ναι, στο έργο μας, στο έργο μας. Το έργο μας κυρίες και κύριοι μόνον υπόθεση και πυροτεχνήματα δεν έχει. Κατά τα άλλα όμως έχει μουσική, χορό, τραγούδι, γιατί λέει είναι ένα έργο που αποφάσισε να το ρίξει όξω να ξεθυμάνει.
ΡΩΜΙΟΣ : Θέλει να πει κυρίες και κύριοι ότι το έργο μας ήτο αδύνατο να τεθεί υπό περιορισμόν. Τι μας συμβαίνει όταν σκεφτόμαστε κάτι που δεν το χωράει ο νους μας; Μας στρίβει !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μάλιστα. Τι κάνουμε όταν θέλουμε να πούμε κάτι και η κουβέντα μας δεν το χωράει ; Το στρίβουμε στο τραγούδι. Διότι το τραγούδι είναι μια κουβέντα που …τρελάθηκε. Κι όταν πάλι δεν μας φτάνει το τραγούδι τι κάνουμε ; το στρίβουμε στο χορό. Διότι ο χορός είναι ένα τραγούδι που ξανατρελάθηκε.
ΡΩΜΙΟΣ : Πολλά λες !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Καλώς !
ΡΩΜΙΟΣ : Κυρίες και κύριοι, νομίζω ότι μπορούμε να αρχίσουμε
(μπαίνει ο χορός)
ΧΟΡΟΣ Καλήν εσπέραν αφεντάδες καλώς ορίσατε κυράδες
Καλώς ορίσατε κυράδες, καλήν εσπέραν αφεντάδες.
Μέλισσες μάζεψαν τη γύρη τη φέρανε στο πανηγύρι.
Οι μέλισσες ζυμώνουν μέλι, ήλιε μου φάε και μη σε μέλλει
Τα φίδια φέραν το φαρμάκι, τα παλικάρια το μεράκι
Κι όποιος το βράζει στο βαρέλι, ήλιε μου πιες και μη σε μέλει
Όσα κι αν πω κι ότι κι αν δείτε να μη μου παραξενευτείτε
Όσα χωράνε στην αλήθεια δεν τα βαστάν τα παραμύθια

2. ΤΟ ‘21

ΡΩΜΙΟΣ : Ξέρεις ποια ιστορία θα πούμε σήμερα ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Όχι !
ΡΩΜΙΟΣ : Το εικοσιένα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Εύκολο πράγμα !
ΡΩΜΙΟΣ : (Εκνευρίζεται) Βρε κωθώνι έτσι εύκολο το έχεις να μιλήσει κανείς για το ποιοι ήταν οι ελευθερωτές αυτού του τόπου και τι απογίνανε ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : (Στους θεατές) Αυτός είναι εντελώς αστοιχείωτος.
(Στο Ρωμιό) Άσε με βρε παιδάκι μου να τα πω εγώ που τα ξέρω. Λοιπόν κυρίες και κύριοι, εκείνα τα χρόνια η Ελλάδα ήταν πολύ σκλαβωμένη και ήρθε ο εγγλέζικος στόλος, ήρθε ο γαλλικός στόλος, ήρθε ο ρώσικος στόλος και πολεμήσανε τους Τούρκους και κατασκοτωθήκανε οι άνθρωποι και έτσι μας βοηθήσανε και ελευθερωθήκαμε. ΡΩΜΙΟΣ : (Σαν να γρυλίζει) Μάλιστα !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κι από τότε όλοι αυτοί γίνανε προστάτες μας και σύμμαχοί μας και ήρθανε κι άλλοι ύστερα και αυστριακοί και Ιερά Συμμαχία κι έχουμε πάντα πρώτης τάξεως συμμάχους και δεν μπορεί να μας πειράξει κανένας !
ΡΩΜΙΟΣ : (άγρια) Σταμάτα !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Γιατί καλέ ; Δεν έγινε έτσι ; Και τι δηλαδή έγινε το εικοσιένα ; Για πες μας εσύ που τα ξέρεις καλύτερα !
ΡΩΜΙΟΣ : Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει να πούμε τι έγινε πριν το εικοσιένα. Ποιοι αγωνιστήκανε για να γίνει το εικοσιένα. Ας αφήσουμε όμως το Ρήγα το Βελεστινλή να τα πει μόνος του.
(βγαίνει στη σκηνή ο Ρήγας)

3. ΘΟΥΡΙΟΣ

Ως πότε παλικάρια να ζούμε στα στενά,
Mονάχοι σα λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
Nα φεύγουμ' απ' τον Kόσμον, για την πικρή σκλαβιά.
Nα χάνουμε αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,
Tους φίλους, τα παιδιά μας, κι' όλους τους συγγενείς.
Κάλλιο ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά,
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι' αν σταθείς,
O Tύραννος αδίκως, σε κάμει να χαθείς.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, σε ό,τι κι' αν σου πει,
Kι αυτός πασχίζει πάλι, το αίμα σου να πιει.
Σ' Aνατολή και Δύση, και Nότο και Bορά,
Για την Πατρίδα όλοι, να ‘χουμε μια καρδιά.
Στην πίστη του καθ' ένας, ελεύθερος να ζει,
Στη δόξα του πολέμου, να τρέξουμε μαζί.
Βούλγαροι, κι' Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Aράπηδες, και άσπροι, με μια κοινή ορμή.
Για την ελευθερία, να ζώσουμε σπαθί,
Πως είμασθ' αντρειωμένοι, παντού να ακουστεί.
Όσ' απ' την τυραννία, πήγαν στη ξενιτιά,
Στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθει τώρα πια.
Kαι όσοι του πολέμου, την τέχνη αγρικούν,
Eδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.
ΧΟΡΟΣ Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή
του σκλάβου που του μέλλει να χαθεί (2)
(ο χορός αποσύρεται)

4. Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΡΩΜΙΟΣ : Τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ήταν πολλά. Όμως οι Έλληνες δεν έκατσαν με σταυρωμένα χέρια. Πολλές φορές ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας την ελευθερία τους. Ήταν όμως ανοργάνωτοι, χωρίς συντονισμό και σχέδιο. Κι ακόμα πολλές φορές στράφηκαν στην πολιτισμένη Ευρώπη πιστεύοντας πως κάποια μεγάλη δύναμη θα σταθεί στο πλευρό τους και θα τους βοηθήσει στο δύσκολο αγώνα τους. Μάταια όμως ! Οι εξεγέρσεις που ξεκινούσαν οι δύστυχοι ραγιάδες πιστεύοντας στις υποσχέσεις των Ευρωπαίων, πνίγονταν στο αίμα, καθώς η πολυπόθητη βοήθεια δεν έφτανε ποτέ.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κι έτσι έβαζαν πάλι μεσίτες να ψάξουνε, έβαζαν αγγελίες στις εφημερίδες, έβαζαν τελάληδες.
Ελάτε κύριε Χατζηαβάτη μου, σας περιμένουμε.
(Ρωμιός και Ρωμιάκι αποσύρονται. Ο Χατζηαβάτης σηκώνεται μέσα από το κοινό και απαγγέλλει ενώ ταυτόχρονα ανεβαίνει σιγά – σιγά στη σκηνή. Στη μια γωνιά της σκηνής, κοιμάται κατάχαμα ο Καραγκιόζης, ενώ στην άλλη παίζουν τάβλι σε αυτοσχέδιο καφενείο, ο Μπαρμπαγιώργος και ο Σταύρακας ενώ ο Νιόνιος παρακολουθεί)
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Ακούσατε, ακούσατε. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Δανοί, Γερμανοί, Ισπανοί, Αμερικανοί, ορθόδοξοι, διαμαρτυρόμενοι, καθολικοί...Ζητείται προστάτης δια έθνος πτωχόν, αλλά ενάρετον, με λαμπράς οικογενειακάς αρχάς και παραδόσεις, ολίγον μεταχειρισμένον, αλλά ωραίον και εις καλήν κατάστασιν ! Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν τα εξής προσόντα : Να μην ομιλούν ελληνικά, να είναι ελέω Θεού γαλαζοαίματοι, ξανθοί, χαριτωμένοι και εύθυμοι δια να ευθυμήσει και η δύστυχος Ελλάς. (πάει έξω από την παράγκα του Καραγκιόζη) Ακούσατε, ακούσατε... (ο Καραγκιόζης ξυπνάει και τον κοιτάζει αγριεμένος)
Ακούσατε, ακού… (Ο Καραγκιόζης του δίνει μια δυνατή καρπαζιά)....άααααααχ το κεφαλάκι μου !!! Να χαθείς παλιάνθρωπε, απολίτιστε, αγριάνθρωπε, γιατί με χτυπάς μωρέ ;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Γιατί φωνάζεις όξω από την παράγκα και κοιμάται η οικογένεια ;
Ολόκληρη οθωμανική αυτοκρατορία έξω από τη δική μου τη παράγκα ήρθες να φωνάξεις ;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Καραγκιόζη μου, έχω το καθήκον να διαλαλήσω παντού, ότι οι δύστυχοι ραγιάδες αναζητούν σωτήρα, αναζητούν προστάτη για να τους ελευθερώσει από την τουρκική σκλαβιά.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Τώρα μάλιστα. Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει Χατζατζάρη. Πάμε να βρούμε το μπάρμπα μου το Γιώργο και την παρέα του στο καφενείο να δούμε τι θα πουν κι εκείνοι.
(πηγαίνουν στο καφενείο)
Έ μπαρμπούλη, για ελάτε που έχουμε κάτι μυστικό να σας πούμε. Για ελάτε να μαζευτούμε εδώ σύμπας ο λαός.
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Τι είναι βρε ζαγάρ'. Τι θέλς ;
ΝΙΟΝΙΟΣ : Γειά σου ψυχούλα μου Καραγκιόζο !
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ : Γειά και χαρά σας μόρτες ! Τι χαμπαράκια ;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Αυτό το κουτορνίθι νομίζει πως θα μας λευτερώσουν οι κουτόφραγκοι !
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Έχω το καθήκον να ανακοινώσω παντού ότι ζητείται σωτήρας για να σώσει τους δυστυχείς ραγιάδες από τα βάσανά τους.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ιγώ νουμίζω ότι...
ΝΙΟΝΙΟΣ : ( διακόπτει και ο Μπαρμπα- Γιώργος δυσανασχετεί) Γιατί να ψάχνουμε για σωτήρες στη Ρουσία, στην Αλεμάνια και στην Ιγγλετέρα ; Γιατί τζογούλες να μην ξεσηκωθεί μονάχο του το δικό μας πόπολο δια την ελευθερία μας ; Όπου ομιλούμε όλοι την ίδια λίνγκουα και έχουμε την ίδια μανταλιτά ; Κι έτσι οπούμαστε όλοι ενωμένοι ποιός στρανιέρος ή ντόπιος θα τολμήσει να πάει κόντρα στη βολοντά του λαού;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ιγώ νουμίζω...
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : ( διακόπτει και ο Μπαρμπα- Γιώργος δυσανασχετεί) Μα σιορ Διονύσιε ξεχνάς τι παραγγελίες μας δώσανε ; Ότι όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις θα μας κατατρέξουν αν ξεσηκωθούμε μόνοι μας και κάνουμε του κεφαλιού μας. Πως θα τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας, ξυπόλητοι και αβοήθητοι απέναντι σε ολόκληρη Αυτοκρατορία ;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ιγώ...
ΝΙΟΝΙΟΣ : ( διακόπτει και ο Μπαρμπα- Γιώργος δυσανασχετεί ξανά) Μωρέ σιγά τσι παραγγελίες των ! Εγώ τζογούλες μου πιστεύω στην ελευθερίαν και την ποίηση, εγώ είμαι θρεμμένος με Διονυσάκη Σολωμό που τα ήθελε ούλα ελληνικά ! Τσέντο περ τσέντο !
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ιγώ...
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ : ( διακόπτει και ο Μπαρμπα- Γιώργος δυσανασχετεί ξανά) Να μου ζήσεις φιόρο του λεβάντε ! Θυμάμαι και τις άλλες φορές ρε μάγκες που μας πιάσανε κορόιδα δήθεν ότι θα μας βοηθήσουνε και στη τελική μας αφήσανε αμανάτι.Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια. Θα γίνει μεγάλη φασαρία να πούμε. Θα τους κάνουμε με τα κρεμμυδάκια !
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εσύ τι λες μπαρμπούλη ;
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Τη γλέπετε τη γκλίτσα ; Έτσι και δε μ' αφήκετε να τελειώσω θα σπάσω κεφάλια. Το λοιπόν ! Ποιός από σας ορέ ζαγάρια ξέρει τα κοπάδια καλύτερα από μένα ; Σαν τα κοπάδια τους έχουνε ο Σουλτάνος κι οι κοζταμπάσηδες τους ραγιάδις. Εκείνοι τους βγάνουν για βοσκή, έχουν μαντρόσκυλα γύρω γύρω να τους φυλάνε, να τους φέρνουνε πίσω στη στρούγκα, να τους αρμέγουν, να τους κουρεύουν, να τους πουλούν και να τους αγοράζουν. Φτάν' πια το λοιπόν. Θα πάρω την αγκλίτσα μ' κι βουρ πάνου με τις κλέφτες και τς' αρματολούς. Όρε μάνα μ' το πήρα απόφαση κι όποιους θέλ' μ' ακλουθεί !
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Μπράβο μπαρμπούλη, ωραία τα είπες. Εσείς οι άλλοι τι λέτε ;
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ : Εγώ θέλω να ξεσηκωθούμε, τελεία και παύλα !
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Αχού θα βρούμε το μπελά μας, αχού θα φάμε το κεφάλι μας !
(ο Καραγκιόζης παίρνει μια ελληνική σημαία και την κυματίζει ενθουσιασμένος)


ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εμπρός λοιπόν αδέρφια. Φτάνει πια η σκλαβιά! Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή ! Να βγούμε με το Θοδωράκη τον Κολοκοτρώνη, κλέφτες στα βουνά. Να χτυπήσουμε τον κατακτητή παντού !
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Αχού θα βρούμε το μπελά μας...
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Να μου ζήσεις ανιψούδι μ'. Ζήτω η Ελλάς ! Ελευθεριά ή θάνατος !
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Αχού θα φάμε το κεφάλι μας...
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Εμπρός το λοιπόν. Αχ ρε Βεληγκέκα να πέσεις στα χέρια μου. Θα βγάλω το σπαθί μου και να, να να, να, να...
(χτυπάει τον αέρα με ένα φανταστικό σπαθί)
(μπαίνει με φασαρία ο Βεληγκέκας και η συνοδεία του, ενώ ο Καραγκιόζης που δεν τους έχει δει συνεχίζει να χτυπάει τον αέρα)
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Νάτα, νάτα,
(ο Χατζηαβάτης ζαρώνει σε μια γωνιά)
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Να και σεις πασάδες, γενίτσαροι, Αγαρηνοί, να και συ παλιοσουλτάνε, να, να, να.....
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : (δυνατά) Πρα - πρα - πρα ορέ ! Δε χαίρεστε να με βλέπετε ορέ γκιαούρ πεζεβέγκια ;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Χαρά μας και δόξα μας κύριε Βεληγκέκα ! Όμως ποιο καλό αεράκι σας έφερε σήμερα εδώ ;
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Οι φωνές σας ορέ πεζεβέγκια ! Σηκώσατε μπαϊράκι ορέ ; Εσείς ξυπόλυτοι, εσείς πεινασμένοι, δαρμένοι σκύλοι, γκιαούρηδες, σηκώσατε δικό σας μπαϊράκι ;
(στους στρατιώτες ) Πάρτε τους μέσα ορέ στο Δράκο να τους κάνει λιανά - λιανά κομμάτια !
(οι Τούρκοι στρατιώτες συλλαμβάνουν το μπαρμπα-Γιώργο, το Νιόνιο και το Σταύρακα) ΤΟΥΡΚΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ : Μέσα, μέσα ορέ γκιαούρηδες, μέσα να σας τρώει ο Δράκος. ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ : Οχ αδέρφια θα με φάνε λάχανο !
ΝΙΟΝΙΟΣ : Αχού μανούλα μου με χάνεις !
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ορέ μάναμ'
(ο Βεληγκέκας κυνηγά τον Καραγκιόζη) ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Έλα μέσα ...
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Είναι πιο βολικά εδώ
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Έλα που σου λέω
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Κάτω τα ξερά σου
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Έλα να σε πιάκω ορέ να σε πάω στο Δράκο
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Αμάν ο Κολοκοτρώνης ! (δείχνει στα ψέματα σε μια τυχαία κατεύθυνση) ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Όρε μανούλα μου, πάμε χαμένοι !
(Ο Βεληγκέκας σαστίζει, ο Καραγκιόζης το εκμεταλλεύεται και φεύγει τρέχοντας)
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Φεύγω, γειά σας, γειά σας...
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Που είναι ορέ το ξυπόλητο γκιαούρ. Άααααχ να σε πιάσω ! (κυνηγιούνται με τον Καραγκιόζη)
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Φεύγω, φεύγω αδέρφια...Φεύγω μα θα ξανάρθω να σας λευτερώσω. Γειά σας... Γειά σας...
ΝΙΟΝΙΟΣ : Τρέξε Καραγκιόζο, τρέξε
ΜΠΑΡΜΠΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ : Ροβόλα ανιψούδ' κι μεις σε περιμένουμ'
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ : Άχ μωρέ σεϊτάν γκιαούρ να σε πιάνω να σε κάνω μικρά μικρά κομματάκια να σε ρίχνω στο δράκο !
Εσύ δρόμο ορέ πεζεβέγκη. Όξω από δω, που πάτε μονάχοι σας να σηκώσετε μπαϊράκι. ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Ακούσατε, ακούσατε. Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Δανοί, Γερμανοί, Ισπανοί, Αμερικανοί, ορθόδοξοι, διαμαρτυρόμενοι, καθολικοί...Ζητείται άαααααχ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Έ μα δε τρώγεσαι πια τα ίδια και τα ίδια ! (τον τραβάει και φεύγουν)
5. Το όνειρο του ραγιά
(Η αυλαία κλείνει και όταν ανοίγει ξανά σε μια καρέκλα στο κέντρο, κοιμάται ο Ραγιάς. Τον πλησιάζει ένας οπλισμένος φουστανελάς με κόκκινο φέσι και κάτι του λέει στο αυτί. Ο φουστανελάς φεύγει και σε λίγο ο Ραγιάς ξυπνά αλαφιασμένος) ΡΑΓΙΑΣ : Μωρέ τι όνειρο ήταν ετούτο ; Έ, Μπιρμπίλω, που είσαι ;
(μπαίνει βιαστική η γυναίκα)
ΓΥΝΑΙΚΑ : Τι φωνάζεις Γιώργο, τι έπαθες ; ΡΑΓΙΑΣ : Είδα ένα όνειρο σημαδιακό, ένα φουστανελά ως εκεί απάνω !
ΓΥΝΑΙΚΑ : Χριστός και Παναγιά ! (Κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα στο Ραγιά και σταυροκοπιέται.) ΡΑΓΙΑΣ : Φόραγε κόκκινη σκούφια.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Ξορκισμένος να 'ναι !
ΡΑΓΙΑΣ : Είχε και γιαταγάνι ζωσμένο στη μέση.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Ααα, φτου τον τρισκατάρατο ! (φτύνει στον κόρφο της)
ΡΑΓΙΑΣ : Ήτανε λέει ο Καραϊσκάκης.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έπαιζε η κοιλιά σου από βραδύς Καραϊσκάκη, γι' αυτό θα τον είδες στον ύπνο σου.
ΡΑΓΙΑΣ : Μωρέ μίλαγα μαζί του, κουβέντιαζα, πως να στο πω !
ΓΥΝΑΙΚΑ : Θα σου ανέβηκε λέω εγώ η θέρμη στο μυαλό.
ΡΑΓΙΑΣ : Δεν είναι η μέρα μου σήμερα, αύριο θα με πιάσει.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έ, τότε έπαθες βαρυστομαχιά από το πολύ φαϊ.
ΡΑΓΙΑΣ : Ναι από τα φύλλα τα κουκιά που εφάγαμε εψές, με δίχως ψωμί και δίχως λάδι. ΓΥΝΑΙΚΑ : Δε λες πάλι καλά που τα 'χαμε κι αυτά. Και δε μου λες, τι σου μολόγαγε αυτός ο πρωτοκλέφτης ; Του πες και το τραγούδι του, "Καραϊσκάκη μου αρχηγέ και πρώτε καπετάνιε" ; Είναι το τραγούδι των λιμασμένων σαν κι εμάς.
ΡΑΓΙΑΣ : Πολλά ξέρεις γυναίκα αλλά ο νους σου δε φτάνει σ' αυτά που λέγαμε εγώ με τον Καραϊσκάκη.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Τι θα λέγατε ; Άρες, μάρες, κουκουνάρες. Ξέρεις μωρέ τι είναι τα όνειρα ; Ξύλα, κούτσουρα, δαδιά καμένα.
ΡΑΓΙΑΣ : Δε πιστεύεις στα όνειρα εσύ ; ΓΥΝΑΙΚΑ : Πως, όποιος πεινάει ονειρεύεται καρβέλια. Είδες στον ύπνο σου φουστανέλα, ετοιμάσου να πεθάνεις.
ΡΑΓΙΑΣ : Δάγκωσε τη γλώσσα σου μωρή γυναίκα.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έ, αυτό φανερώνει το όνειρο, τώρα άλλο αν δε θες εσύ !
ΡΑΓΙΑΣ : Και τα γόνατά μου κόπηκαν αλλά και δε μ' αρέσει να πεθάνω !
ΓΥΝΑΙΚΑ : Πεθαίνουμε λίγο λίγο, μη στεναχωριέσαι.
ΡΑΓΙΑΣ : Λιώνουμε στα πόδια μας. Δυο οκάδες λαδάκι βγάζει το χωραφάκι μας, τη μιά παίρνουν οι Τούρκοι και την άλλη οι κοτζαμπασήδες.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Τι τη θέλουμε τέτοια ζωή ;
ΡΑΓΙΑΣ : Έτσι για να 'μαστε στο μέτρο. Αυτά μου 'λεγε κι ο Καραϊσκάκης.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Ααα άσε με το Καραϊσκάκη και την Καραϊσκάκαινα μαζί. (κάνει να φύγει) ΡΑΓΙΑΣ : Μπιρμπίλω μη φεύγεις, άσε με να σου πω. Ο Καραϊσκάκης μου είπε να μην καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Δε μου λες άντρα, τα 'χασες στα γεράματα ;
ΡΑΓΙΑΣ : Έννοια σου και τα 'χω ακόμα τετρακόσια.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Έ, τότε τι κάθεσαι και με ψέλνεις με τον Καραϊσκάκη ;
ΡΑΓΙΑΣ : Είσαι μάνα και συ και πρέπει να ξέρεις.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Σαν τι να ξέρω ;
ΡΑΓΙΑΣ : Η σωτηρία μας είναι στο βουνό, στους κλέφτες και τους αρματολούς.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Ο Καραϊσκάκης σου το 'πε κι αυτό ;
ΡΑΓΙΑΣ : Αυτός, ναι !
ΓΥΝΑΙΚΑ : Στους κλέφτες !!! Πανάθεμά τους !
ΡΑΓΙΑΣ : Γιατί τους κακομελετάς ; Τι ζημιά πάθαμε απ' αυτούς ;
ΓΥΝΑΙΚΑ : Μου πήραν τη βελόνα και δε μου την έδωκαν πίσω !
ΡΑΓΙΑΣ : Την ήθελαν για να ραφτούν καημένη.
ΓΥΝΑΙΚΑ : Να ραφτούν, μωρέ τι μας λένε...Να καθίσεις στα αυγά σου λέω εγώ πια !
ΡΑΓΙΑΣ : Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μας γυναίκα. Μονάχα το βουνό ! Το καριοφίλι και το γιαταγάνι !
Να μην καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα !
Έτσι μου είπε κι ο Καραϊσκάκης και με σκούντησε : "ξύπνα ραγιά έεε, ξύπνα ραγιά"!! (Σηκώνεται να φύγει κι η γυναίκα του τον κυνηγάει)
ΓΥΝΑΙΚΑ : Που πας μωρέ Γιώργη, σταμάτα βρε τρελέ !
ΡΑΓΙΑΣ : Ξύπνα ραγιά !
(φεύγουν από τη σκηνή)
Χορός Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ, του φόβου αισθάνονται (2)
Ζυγόν δουλείας ας έχουσι (2)
Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία (3)
(Ξαναμπαίνει στη σκηνή μόνος του ο Ραγιάς οπλισμένος και αποφασιστικός)
Εγώ ραγιάς δε ματαγίνομαι, Τούρκους δε προσκυνάω.
Δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτζαμπασήδες
Μον' καρτερώ την Άνοιξη, να ρθουν τα χελιδόνια
Να πάρω δίπλα τα βουνά, με τους καπεταναίους.

6. Ο ΣΗΚΩΜΟΣ

(στα μικρόφωνα οι αφηγητές και οι ποιητές και στο φόντο όλος ο χορός) ΑΦΗΓΗΤΗΣ Τρεις απλοί άνθρωποι, καταλαβαίνουν πως η λευτεριά δε χαρίζεται μα κατακτιέται. Παίρνουν την απόφαση να ετοιμάσουν το Σηκωμό και ιδρύουν στην Οδησσό το 1816 τη Φιλική Εταιρία. Στις 22 Φλεβάρη του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης περνά στη Μολδοβλαχία. Η επανάσταση άρχισε.
ΧΟΡΟΣ Ελευθερία ή θάνατος !
Ελευθερία ή θάνατος !
Ελευθερία ή θάνατος !
ΠΟΙΗΤΗΣ (Κάλβος)
Ας μη βρέξει ποτέ το σύννεφον,
και ο άνεμος σκληρός ας μη σκορπίσει
το χώμα το μακάριον που σας σκεπάζει.
Ως γνήσια της Ελλάδος
τέκνα’ ψυχαί που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτόν Ηρώων
καύχημα νέον.
ΑΦΗΓΗΤΗΣΚι ένας τρελόπαπας, ο Παπαφλέσσας, ξεσηκώνει το Μοριά και σε λίγο βροντάνε τα καριοφίλια της λευτεριάς στην Καλαμάτα, την Τρίπολη και τη Μάνη. Στην Αλαμάνα ξαναζούν οι Θερμοπύλες.
ΧΟΡΟΣΤο Διάκο τονε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν,
ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

ΔΙΑΚΟΣ
Για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει,
τώρα που ανθίζουν τα κλαριά και βγάζει η γη χορτάρι.
ΑΦΗΓΗΤΗΣΟ Ανδρούτσος υψώνει κάστρο λευτεριάς το πλίθινο χάνι της Γραβιάς. Εκατόν τριάντα δύο ανδρειωμένοι κλείνονται σ’ αυτό χορεύοντας και τραγουδώντας σαν να πήγαιναν σε γλέντι. ΧΟΡΟΣΚάτω στου Βάλτου τα χωριά
και στα πέντε βιλαέτια
- βάλτε βρε να πιούμ’ αδέλφια.
Εκεί είν’ οι κλέφτες οι πολλοί
ούλοι ντυμένοι στο φλωρί,
κάθονται και τρων και πίνουν
και την Άρτα φοβερίζουν.
ΑΦΗΓΗΤΗΣΟι ραγιάδες, με ηγέτη το Γέρο του Μοριά, πολιορκούν την Τριπολιτσά.

ΠΟΙΗΤΗΣ (Σολωμός)
Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πεθυμάς.
ΧΟΡΟΣΦύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κοίτονται στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα ‘χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε.
Πουλί πως πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο τουφέκι ;
Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια.
ΑΦΗΓΗΤΗΣΤην πολυάνθρωπη και κοσμοξάκουστη τότε Χίο, την τυλίγουν οι φλόγες, την πνίγει το αίμα. Κι ένας κατάξερος βράχος καταμεσής στο Αιγαίο υψώνει σύμβολο ελευθερίας. ΧΟΡΟΣΣτων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη,
μελετά τα λαμπρά παλικάρια,
και στην κόμη στεφάνη φορεί
γεναμένο από λίγα χορτάρια
που είχαν μείνει στην έρημη γη.
ΑΦΗΓΗΤΗΣΣτο Μεσολόγγι που «είχε για τείχος ένα φράχτη», πολιορκημένο απ’ όλες τις δυνάμεις της Τουρκιάς και της Αιγύπτου γράφεται αθάνατο έπος ηρωισμού και λευτεριάς.
ΠΟΙΗΤΗΣ (Σολωμός)
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε
Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει,
όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Ειν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν
Εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με το Χάρο
ΑΦΗΓΗΤΗΣΟι λαοί συγκλονίζονται από τον αγώνα των Ελλήνων. Εκείνοι όμως που τους κυβερνούν, έχουν πυξίδα τους το συμφέρον. Πάνω από την Κρήτη, την Κάσο, τα Ψαρά, το Μεσολόγγι, τη Ρούμελη απλώνεται πια το σάβανο του τυράννου. Μα οι αγωνιστές συνεχίζουν να πολεμάνε ως το θάνατο και πέρα απ’ αυτόν γιατί ξέρουν ότι η λευτεριά κερδίζεται μόνο με θυσίες.
ΠΟΙΗΤΗΣ (Σολωμός)
Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς,
Εις τον κάμπο Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.
Το σπαθί σου αντισηκώνεις
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
και εις το τέταρτο κτυπάς.

7. ΟΙ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ

(Βγαίνουν δυο κοτζαμπάσηδες στη σκηνή. Κρατούν πουγκιά και περπατούν τεμπέλικα)
ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ Α’ :
Είμαστε οι Κοτζαμπάσηδες
μας μισούνε οι ραγιάδες
γιατί έχουμε παράδες
και γεννήματα
και σηκώνουν μπαϊράκι
για να βάλουνε χεράκι
στα δικά μας χτήματα
ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ Β’ :
Λύνουμε τότε κι εμείς
τα πουγκιά μας παρευθύς
και τους κράζουμε :
Βρε μπουμπούνες, βρε χαχόλια
αγοράζονται τα βόλια
δίχως όβολα ;
Πάρτε άσπρα, πάρτε γρόσα (σκορπίζουν νομίσματα)
ν’ αγοράσετε καμπόσα μπαρουτόβολα !
ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ
Κι έτσι οι αρματολοί κι οι κλέφτες αντί να μας κάνουν φέτες μας κηρύσσουν ευεργέτες.
(Φεύγουν )

8. ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ Α΄

(Εμφανίζονται η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσσία και η Αυστρία. Χορεύουν και τραγουδούν)
ΑΥΣΤΡΙΑ :Τα μάθατε τι γίνηκε κει κάτω στη Γραικία ; Σηκώθηκαν οι Έλληνες, χτυπάνε την Τουρκία.
ΑΓΓΛΙΑ : Και στα παλιά παπούτσια τους γράφουν τη συμμαχία.
ΓΑΛΛΙΑ : (Κοιτώντας καχύποπτα τη Ρωσία)Εμείς έχουμε τη γνώμη πως κάποιος κάτι εδώ σκαρώνει.
ΑΥΣΤΡΙΑ : (Κοιτώντας καχύποπτα τη Ρωσία) Κάτι μου μυρίζει εμένα.
ΑΓΓΛΙΑ : Λες να τα ‘χουν μιλημένα ;Δε σηκώνουμε προστάτες πίσω απ’ τις δικές μας πλάτες. ΡΩΣΙΑ : Για συγνώμη ρε Αγγλία μ’ είδες να δίνω προστασία ;
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Πρέπει ν’ αποφασίσω τι στάση θα τηρήσω.
(μαζεύονται κατά ομάδες, συσκέπτονται)
ΓΑΛΛΙΑ : (μυστικά) Αν οι Άγγλοι επικρατήσουν κι οι Γραικοί τους προτιμήσουν τι θα γίνει ; το Μοριά θα μας τον φάνε και στην Αίγυπτο θα πάνε και στην Παλαιστίνη.
ΑΓΓΛΙΑ : (μυστικά) Τι σκοπούς έχουν οι Ρώσοι κι έχουν σχέδια καταστρώσει στο υπόγειο ; Ν’ αρμενίζουνε μια μέρα με τη ρωσική παντιέρα στη Μεσόγειο.
ΡΩΣΙΑ : Τα καθάρματα οι Εγγλέζοι μυριστήκαν πετιμέζι και γλυκάνισο, θέλουν το Μοριά να φάνε δεν τους φτάνει που κρατάνε την Επτάνησο.
ΑΥΣΤΡΙΑ : (απειλητικά)Διατηρείτε στάτους κβο… άντε για να μη σας πω !
(τραγουδούν) ΑΓΓΛΙΑ : Αγγλία
ΓΑΛΛΙΑ : Γαλλία
ΑΥΣΤΡΙΑ : Αυστρία
ΡΩΣΙΑ : Ρωσία
(τραγουδούν) ΑΓΓΛΙΑ : Διπλωματίαααα
ΓΑΛΛΙΑ : Μηχανορραφίαααα
ΑΥΣΤΡΙΑ : Ραδιουργίαααα
ΡΩΣΙΑ : Πανουργίααααα
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Ιερά Συμμαχία
Και ...
Είμαστε τέσσερις δυνάμεις
Με καθήκοντα υψηλά
Η Ευρώπη να μην πάθει
από των μικρών τα λάθη
Τρα λα λα λα λα λα λα
ΑΥΣΤΡΙΑ : (πονηρά) Διαθέτουμε και βασιλιάδες ειδικούς για τους ραγιάδες !
(αποχωρούν οι μεγάλες Δυνάμεις και όλος ο χορός, μπαίνει ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι)

9. ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ

ΡΩΜΙΟΣ : Τα παλιά βάσανα της Ελλάδας περάσανε. Ήρθε ο Καποδίστριας !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ά ωραία.
ΡΩΜΙΟΣ : Πάει ο Καποδίστριας. Τώρα περιμένουμε τον Όθωνα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ά, τον Όθωνα. Ο Όθωνας και η Αμαλία έ.
ΡΩΜΙΟΣ : Όχι η Αμαλία θα έρθει αργότερα, τώρα περιμένουμε τον Όθωνα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Έτσι μπράβο. Να 'χουμε και μεις ένα δικό μας βασιλιά, να μην περιμένουμε όλο από τους ξένους βασιλιάδες, γιατί όποιος δεν έχει νύχια να ξυστεί... Καλά δε λέω; ΡΩΜΙΟΣ : Σοφά. Μόνο που κι αυτόν οι ξένοι μας τον διαλέξανε
ΡΩΜΙΑΚΙ : Έ άστους να διαλέγουν οι ξένοι. Ξέρουν αυτοί. Έχουνε πείρα οι άνθρωποι.
ΡΩΜΙΟΣ : Σωστό. Ακούς τίποτα ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κάτι ακούω ναι, κάτι ακούω.
ΡΩΜΙΟΣ : Ώ ρε κόσμος που 'ρχεται για την υποδοχή, κοίτα κι είν' όλοι δακρυσμένοι από χαρά
ΡΩΜΙΑΚΙ : Αφού και μένα έτσι μου 'ρχεται ν' αρχίσω να κλαίω απ' τη συγκίνηση.
ΡΩΜΙΟΣ : Πάμε, πάμε.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Πάμε.
v (στη σκηνή βγαίνει ένα ξυπόλητο παιδί – ο Λαός - με το κεφάλι σκυμμένο)

10. Ο ΛΑΟΣ

Είμαι ο λαός.
Αν ήξερα ανάγνωση, γραφή,
αν ήταν το σπαθί δικό μου
δε θα μου τρώγαν το ψωμί
θ’ αρνιόμουν τη κλεψιά για ριζικό μου.
Πονώ για τις μελλούμενες γενιές
τους δουλευτές της φάμπρικας τους χερομάχους
τις πλύστρες, τους χαμάληδες, τους φοιτητές,
τους οικοδόμους, τους ξωμάχους.
Κουράστηκα, δε μου ‘μεινε σταλιά
δύναμη να σηκώσω το κεφάλι
απότυχα και για άλλη μια φορά
με κυβερνούνε άλλοι.

11. ΓΚΙΛΟΤΙΝΑ

ΡΩΜΙΑΚΙ : Εσύ αλλιώς μου τα ‘χες πει.
ΡΩΜΙΟΣ : Αλλιώς ; Πως αλλιώς ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Δε μου πες να μη στενοχωριέμαι γιατί τώρα με τον ερχομό του Όθωνα θα παν όλα ωραία και καλά ; Ψέματα μου τα ‘λεγες ;
ΡΩΜΙΟΣ : Όχι βέβαια. Απλά σου έλεγα ότι πιστεύανε οι Έλληνες εκείνο τον καιρό.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Στο παλάτι όμως χορεύουν ακόμα του καλού καιρού !
ΡΩΜΙΟΣ : Χορεύουν και θα χορεύουν ακόμα για χρόνια πολλά.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μα…καλά για να χορεύουν ήρθαν στην Ελλάδα ;
ΡΩΜΙΟΣ : Η Ελλάδα είναι ωραία αίθουσα χορού. Αλλά μη νομίζεις ότι δεν κάνουν τίποτα άλλο. Έννοια σου μαγειρεύουν διάφορα. Δεν είδες τους καπετάνιους τι φαρμακωμένοι που φύγανε ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Πως δεν το είδα. Μα γιατί τους πιάσανε έναν – έναν και ρωτούσανε «τι θέλει»
ΡΩΜΙΟΣ : Για να τους διαλύσουνε. Έτσι θα τους αφήσουνε όλους μαζί ; Είναι κι αρματωμένοι αυτοί. Έχουν λαό μαζί τους !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ναι, αλλά αυτοί πολεμήσανε, νικήσανε και μας ελευθέρωσαν.
ΡΩΜΙΟΣ : Ε, ωραία, άμα πεθάνουνε, θα τους κάνουμε αγάλματα, ποιήματα, λόγους στεφάνια. Τώρα είναι ζωντανοί ακόμα…
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κι επειδή είναι ζωντανοί πρέπει να τους πετάξουμε ;
ΡΩΜΙΟΣ : Βεβαίως διότι τώρα ο πόλεμος τελείωσε. Κάθε φορά που τελειώνει ένας πόλεμος, υπάρχουν κάποιοι που περισσεύουνε ! …Κι όπως είναι φυσικό, οι περισσευούμενοι αυτοί εν καιρώ ειρήνης είναι οι χρειαζούμενοι εν καιρώ πολέμου, κατά την ίδια λογική που οι επιπλέοντες εν καιρώ ειρήνης είναι οι άφαντοι εν καιρώ πολέμου.
ΡΩΜΙΑΚΙ : (Στους θεατές) Να δείτε που τώρα θα τον κολλήσω στον τοίχο…Άκου εδώ κύριε τέτοιε, ξέρεις τι λες αυτή τη στιγμή ; Είναι σα να λες…τι χρονολογία έχουμε τώρα ;
ΡΩΜΙΟΣ : (Βγάζει το ρολόι της τσέπης) Αυτή ακριβώς τη στιγμή έχουμε 1835-1840.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ωραία, είναι σα να λες ότι ο Κολοκοτρώνης…
ΡΩΜΙΟΣ : Είναι φυλακή, καταδικασμένος σε θάνατο !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ο Κολοκοτρώνης !!! Είναι σα να λες ότι ο Πλαπούτας…
ΡΩΜΙΟΣ : Κι αυτός καταδικασμένος σε θάνατο !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ο Πλαπούτας ! Κι ο Νικηταράς ;
ΡΩΜΙΟΣ : Στη φυλακή κι αυτός. Και το Μακρυγιάννη τον έχουνε στα μαύρα τα τεφτέρια. ΡΩΜΙΑΚΙ : Καλά ντε μην αγριεύεις, μια αντιρρησούλα είχαμε, δε χάλασε ο κόσμος !
ΡΩΜΙΟΣ : Τι ξόανο μου φέρανε για βοηθό. Η συνέχεια επί της σκηνής. Τώρα κυρίες και κύριοι, είμαι επιφορτισμένος να σας απασχολήσω περί ολίγα τινά λαιμητόμου ή γκιλοτίνα. Είναι ξέρετε μια εφεύρεση που την εποχή της Γαλλικής επανάστασης γνώρισε μεγάλες δόξες. Έκοψε βασιλιάδες, πρίγκιπες, τσιφλικάδες κι ύστερα από λίγο πολλούς από τους επαναστάτες που την ανέδειξαν. Τώρα όλοι αυτοί πέθαναν, η γκιλοτίνα όμως έμεινε, τελειοποιήθηκε τεχνικώς και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην ανθρωπότητα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Όταν για παράδειγμα τον καιρό του Όθωνα οι παλαιοί πολεμιστές ξεσηκώθηκαν, στη Μάνη, στη Μεσσηνία, στη Ρούμελη, μας προσέφερε προθύμως τις υπηρεσίες της. Πήρε σβάρνα τα χωριά κι έκοβε κεφάλια. Όταν ήμουν μικρό είχα μια απορία. Πως γίνεται ένα εργαλείο που λανσαρίστηκε από τη Γαλλική Επανάσταση να κόβει εν συνεχεία τους επαναστάτες.…Αλλά επειδή πρόκειται για μια παιδική απορία, ας την αφήσουμε να βράζει στην αφέλειά της.
(Ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι φεύγουν. Μπαίνουν οι χωρικοί από τη μια πλευρά και από την άλλη δυο στρατιώτες που κρατούν το ομοίωμα μιας γκιλοτίνας. Σε μια γωνιά ο χορός στριμωγμένος, παρακολουθεί με τρόμο.)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ : (μιλάει τρομαγμένος, η φωνή του τρέμει) Εξοχότατοι και εκλαμπρότατοι απεσταλμένοι εξ Αθηνών. Εξ ονόματος των συγχωριανών μου και με αισθήματα βαθυτάτης …χαράς, σας εύχομαι το καλώς ήρθατε. Είναι πτωχά τα λόγια για να εκφράσω την ευγνωμοσύνην μας δια την τιμή οπού μας κάνατε να μας φέρετε κι εδώ την ξακουστή…γκιλοτίνα !
Με τη γκιλοτίνα συγχωριανοί θα έχομε από δω και μπρος …γλυκύτερον θάνατον !
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Μας τη στείλανε οι ξένοι φίλοι που μας αγαπούν.
ΧΩΡΙΚΟΣ Β’ : Και δεν παύουνε με κάθε τρόπο να μας βοηθούν.
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Μηχανές και εφευρέσεις για συλλήψεις κι εκτελέσεις
ΧΟΡΟΣ : (τραγουδά) Μηχανές και εφευρέσεις για συλλήψεις κι εκτελέσεις (2)
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Κάνεις πρώτα το σταυρό σου γονατίζεις στο σκαμνί
ΧΩΡΙΚΟΣ Β’ : Βάζεις δώθε το λαιμό σου λευτερώνουν το σκοινί
ΧΟΡΟΣ : (τραγουδά) Και ως που να πεις τι θέλει, το κεφάλι στο βαρέλι (2)
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Κόψανε πολλούς στη Μάνη και στο βάλτου τα χωριά.
ΧΩΡΙΚΟΣ Β’ : Φωνακλάδες καπετάνιους πειναλέα κλεφτουριά
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Τώρα τη φτωχή Γρεκία κυβερνάει η Βαυαρία
ΧΟΡΟΣ : (τραγουδά) Τώρα τη φτωχή Γρεκία κυβερνάει η Βαυαρία (2)
ΧΩΡΙΚΟΣ Α’ : Τώρα πάνε για τα’ Ανάπλι και για τη Τριπολιτσά
ΧΩΡΙΚΟΣ Β’ : Όπου βγήκανε οι κλέφτες πολεμούν για λευτεριά
ΧΟΡΟΣ : (τραγουδά) Ζήτω η Ελευθερία – ζήτω η Ελευθεριά ! (2)
(γκιλοτίνα, στρατιώτες, χωρικοί και χορός αποχωρούν)

12. 3η Σεπτεμβρίου

ΡΩΜΙΟΣ : Δε μου λες. Τι είναι η 3η Σεπτεμβρίου ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Σιγά ! Οδός. Την οδός 3η Σεπτεμβρίου δε ξέρουμε ;
ΡΩΜΙΟΣ : Ορίστε ! Γιατί τη λένε 3η Σεπτεμβρίου ; Τι έγινε στις 3 του Σεπτέμβρη ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Γιορτάζει κανένας άγιος ;
ΡΩΜΙΟΣ : Όχι !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Καμιά αγία ;
ΡΩΜΙΟΣ : Ούτε !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Είναι θρησκευτική εορτή ;
ΡΩΜΙΟΣ : Μωρέ άμα ήτανε θρησκευτική γιορτή θα την ήξερες κι απ' το σχολειό σου κι απ' τη μαμά σου.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Είναι τίποτα σαν εθνική εορτή ;
ΡΩΜΙΟΣ : Όχι σαν !
ΧΟΡΟΣ (τραγουδά)

Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες, γέροι και παιδιά,
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεριανούν μες τα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μανάδες, γέροι και παιδιά.

γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά,
σαν δε φωνάξεις, έβγα να το γράψεις
να μη σ’ ακούσουν τα σκυλιά,
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά,
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά
Ήταν στρατιώτες, καπεταναίοι λαϊκοί,
όρκο σταυρώσαν βάλαν στο σπαθί τους,
η λευτεριά να μη χαθεί,
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί,
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί.
Κι όπου φοβάται, φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό,
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν΄ ακούει απ’ το λαό.
Γη παιδεμένη, με σίδερο και με φωτιά,
για κοίτα ποιόν σου φέρανε καημένη,
να σ’ αφεντεύει από ψηλά, τα κρίματά σου είναι πολλά,
χτυπούν το σίδερο θεριέψαν τη φωτιά.
Καίει το φιτίλι ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν Βουλή Συνταχτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν Βουλή ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά.
Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες, γέροι και παιδιά,
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στο βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη μάνες, γέροι και παιδιά.

13. ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

(Στη σκηνή οι Μεγάλες Δυνάμεις συζητούν, ενώ πίσω τους ο Χορός κινείται με αργές κινήσεις, γράφει συνθήματα και πανό, ετοιμάζει την κινητοποίησή του διεκδικώντας «Σύνταγμα», «Ελευθερία», κλπ.)
ΑΓΓΛΙΑ : Να έχουν Σύνταγμα ή να μην έχουν ;

ΡΩΣΙΑ : Αφού δεν είχαν γιατί να έχουν ;
ΑΥΣΤΡΙΑ : Θα τους παρέσυραν αυτοί που έχουν ! (κοιτάζει απειλητικά προς τη Γαλλία)
ΑΓΓΛΙΑ : Να αρκεστούν εις αυτά που έχουν !

ΓΑΛΛΙΑ : Δεν είναι και ώριμοι για να το έχουν !
ΡΩΣΙΑ : Είναι κι ανώριμοι για να το έχουν.
ΓΑΛΛΙΑ : Για το καλό τους ας μην το έχουν.
ΑΓΓΛΙΑ : Δεν επιτρέπεται να το έχουν.
ΑΥΣΤΡΙΑ : Αποφασίζουμε να μην το έχουν.
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Να μην το έχουν.
ΑΓΓΛΙΑ : Αγγλία
ΓΑΛΛΙΑ : Γαλλία
ΑΥΣΤΡΙΑ : Αυστρία
ΡΩΣΙΑ : Ρωσία
ΑΓΓΛΙΑ : Κοσμοκρατία

ΓΑΛΛΙΑ : Κεφαλαιοκρατία
ΑΥΣΤΡΙΑ : Τρομοκρατία
ΡΩΣΙΑ : Τσαροκρατία
ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ : Ιερά Συμμαχία
Και ... (τραγουδούν και χορεύουν)
Είμαστε τέσσερις δυνάμεις
Με καθήκοντα υψηλά
Η Ευρώπη να μην πάθει
από των μικρών τα λάθη
Τρα λα λα λα λα λα λα
ΑΓΓΛΙΑ : Και αν επιμένουν να το έχουν ;
ΓΑΛΛΙΑ : Και αν το έχουν χωρίς να το έχουν ;
ΑΥΣΤΡΙΑ : Τι εννοείτε έχουν - δεν έχουν ;
ΓΑΛΛΙΑ : Εάν νομίζουν ότι το έχουν και εις την ουσία δεν το έχουν !
ΑΓΓΛΙΑ : Αυτοί θα χαίρουν πως το έχουν και μεις θα ξέρουμε πως δεν το έχουν !
ΡΩΣΙΑ : Έτσι θα έχουν χωρίς να έχουν και δε θα έχουν ενώ θα έχουν.
ΑΥΣΤΡΙΑ :Αποφασίζουμε να έχουν.
ΓΑΛΛΙΑ : Εάν εμποδίσουμε να έχουν υπάρχει κίνδυνος να έχουν.
ΡΩΣΙΑ : Ο μόνος τρόπος να μην έχουν, είναι να αφήσουμε να έχουν.
ΑΓΓΛΙΑ : Παράδειγμα όσα δεν έχουν. Είναι όσα αφήσαμε να έχουν. (αποχωρούν τραγουδώντας)
14. ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

(Χορός και Μεγάλες Δυνάμεις αποχωρούν, ενώ στη σκηνή μένει ο Κολοκοτρώνης ακίνητος, με το χέρι τεντωμένο σε στάση που θυμίζει το άγαλμα στη Σταδίου. Ακούγεται δυνατή ροκ μουσική, ενώ μπροστά από το άγαλμα περνά το Ρωμιάκι με γουόκμαν χορεύοντας. Όταν αρχίζει ο διάλογος, η μουσική σιγά – σιγά σταματά.)
ΑΓΑΛΜΑ : Ε, εσύ
(Το Ρωμιάκι ψάχνει να βρει ποιος μίλησε)
ΑΓΑΛΜΑ : Έει, εσένα μιλάω !
(Το Ρωμιάκι συνεχίζει να ψάχνει)
ΑΓΑΛΜΑ : Από δω γύρνα
(Το Ρωμιάκι καταλαβαίνει ότι το άγαλμα μιλάει και παγώνει)
ΑΓΑΛΜΑ : Θα μου κάνεις μια χάρη ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Αμ…αμ…η…ο…
ΑΓΑΛΜΑ : Κωφάλαλο είσαι βρε κακόμοιρο
ΡΩΜΙΑΚΙ : Οϊ …αϊ…ημ…
ΑΓΑΛΜΑ : Τότε γιατί δεν αποκρίνεσαι ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μι…μι…λάς ;
ΑΓΑΛΜΑ : Εγώ μιλώ, εσύ τι έχεις και δε μιλάς ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μπο-μπο…μπορείς ;
ΑΓΑΛΜΑ : Τώρα μπορώ ! Άλλοτε δεν μπορούσα…
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μα…μα…μα…είσαι…
ΑΓΑΛΜΑ : Δίκιο έχεις. Δε μοιάζω και πολύ έτσι που με καταντήσανε αλλά, αν με καλοπροσέξεις εγώ είμαι …ο γερο – Κολοκοτρώνης. Το λοιπόν θα μου κάνεις μια χάρη ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Τι…τι..τι χάρη ;
ΑΓΑΛΜΑ : Θα μου ξύσεις λίγο την πλάτη ; Έχω μια φαγούρα που μ’ έχει αλαλιάσει !…
ΡΩΜΙΑΚΙ : Την πλάτη ;
ΑΓΑΛΜΑ : Ναι μπράβο ! Έτσι που μου ‘βαλε τα χέρια αυτός ο μαγκούφης ούτε να ξυστώ δεν μπορώ…
(Το Ρωμιάκι πάει από πίσω για να του ξύσει την πλάτη)
ΡΩΜΙΑΚΙ : Εδώ ;
ΑΓΑΛΜΑ : Ναι μπράβο….Αααααα…Ααααααα…Αααααααααααα. Την ευχή μου να έχεις.

ΡΩΜΙΑΚΙ : Φτάνει ;
ΑΓΑΛΜΑ : Άντε ευχαριστώ κι άμα περνάς από δω να με θυμάσαι.(Το Ρωμιάκι φεύγει έντρομο και πέφτει πάνω στο Ρωμιό που μπαίνει στη σκηνή φουριόζος) ΡΩΜΙΑΚΙ : Έλα γρήγορα (τον τραβάει)
ΡΩΜΙΟΣ : Τι τρέχει ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Μιλάει…
ΡΩΜΙΟΣ : Ποιος μιλάει ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Δε με πιστεύεις ;
ΡΩΜΙΟΣ : Που με πας ;

ΡΩΜΙΑΚΙ : Ο…το…(τον έχει φέρει κοντά στο άγαλμα)…Μιλάει !…
ΡΩΜΙΟΣ : (Ευχαριστημένος) Σοβαρά ; (απλώνει το χέρι ψηλά και κάνει χειραψία με το άγαλμα) Τα σέβη μου στρατηγέ, τι μου κάνετε ;
ΑΓΑΛΜΑ : Καλώς τον. Εσύ τι μου κάνεις ;
ΡΩΜΙΟΣ : Ας τα λέμε καλά ! Τι νέα έχουμε ;

ΑΓΑΛΜΑ : Εγώ τι νέα να ‘χω. Κάθομαι εδώ και φιλοσοφώ.
ΡΩΜΙΑΚΙ : (Στο Ρωμιό) Σε ξέρει ;
ΡΩΜΙΟΣ : Είναι πολύ ωραία θέση εδώ. Είναι πέρασμα.
ΑΓΑΛΜΑ : Εκείνον τον Καραϊσκάκη τον κάνανε άγαλμα ;
ΡΩΜΙΟΣ : Νομίζω…
ΑΓΑΛΜΑ : Θα τον κάνανε δε μπορεί, όλους θα μας κάνουνε, δε θα τη γλιτώσει κανένας μας. ΡΩΜΙΑΚΙ : Τον κάνανε, εγώ το ‘χω δει το άγαλμα.
ΑΓΑΛΜΑ : Εδώ κοντά είναι ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Δε θυμάμαι.
ΑΓΑΛΜΑ : Εσύ μου ‘ξυσες την πλάτη πρωτύτερα ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Να την ξαναξύσω ;
ΑΓΑΛΜΑ : Προς ώρας, μου κάνεις εσύ μια μικρή χάρη ;
ΡΩΜΙΟΣ : Όσες θέλεις.
ΑΓΑΛΜΑ : Να μου κατεβάσεις το χέρι. Έχω πιαστεί έτσι που μου το παλούκωσε αυτός ο κερατάς. ΡΩΜΙΟΣ : Ευχαρίστως. Μικρή, έλα εδώ. Θα του κατεβάσουμε το χέρι !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κύριε στρατηγέ συμφωνείτε που θέλει να σας κατεβάσει το χέρι ;
ΑΓΑΛΜΑ : Εγώ του το είπα.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Άμα του το είπατε εσείς, εντάξει. Γιατί αυτός, εσείς δεν τον ξέρετε καλά, όλο πρωτοβουλίες είναι. Ώσπου να βρούμε κανένα μπελά.
ΑΓΑΛΜΑ : Βρε Έλληνες, δυο είστε και διαφωνείτε ;
ΡΩΜΙΟΣ : Πιάσε γερά το στρατηγό από τη μέση και βάστα κόντρα. (Αγκαλιάζει το άγαλμα από τη μέση)
ΡΩΜΙΑΚΙ : Καλά είναι έτσι ;
ΡΩΜΙΟΣ : Ωραία. Στρατηγέ, κατεβάζω.
ΑΓΑΛΜΑ : Δώσε του ! Κι άλλο ! Κι άλλο. Έλα λίγο ακόμα…Δόξα σοι ο Θεός ! (κουνάει ευχαριστημένος το χέρι του για να το ξεμουδιάσει)
ΡΩΜΙΟΣ : Και το άλλο.
ΑΓΑΛΜΑ : Το ζερβό ;
ΡΩΜΙΟΣ : Μια και αρχίσαμε ; Τι ένα, τι δύο !
(Στο Ρωμιάκι) Ξαναπιάσε !
ΑΓΑΛΜΑ : Άντε μπράβο…
Το Ρωμιάκι ξαναπιάνει, ο Ρωμιός ετοιμάζεται να κινήσει το αριστερό χέρι.
ΡΩΜΙΟΣ : Στρατηγέ τραβάω !…
ΑΓΑΛΜΑ : Τράβα και μη σε νοιάζει ! …Πιο δυνατά!…Ακόμα…Ντιπ μου το ξέρανε ο κερατάς!…Τράβα ! …Έτσι μπράβο. Κουνάει ευχαριστημένος και τα δυο του χέρια. Τι ωραία που ‘ναι να έχεις τα χέρια σου λυτά !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Αυτός μου είπε ότι σας δικάσανε για προδοσία, αλήθεια είναι ;

ΑΓΑΛΜΑ : Το κρύβουνε ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Όχι, αλλά ως φαίνεται δεν το πολυλένε κιόλας !
ΑΓΑΛΜΑ : Ρεζιλίκια ! Για σκέψου να δεις…Εμένα με 45 χρόνους στον πόλεμο με βγάνουν προδότη. Αλλά τέλος πάντων ειρήνη είχαμε, εχθρούς είχα, εξουσία ήτανε. Το καταλαβαίνω. Αλλά το να μπορεί να δίνει χάρη στους γερόντους Πλαπούτα και Κολοκοτρώνη, ένα σχολιαρούδι που ‘ρθε ψες από τη Μπαυαρία με διαλογή των ξένων (ειρωνικά) «Όθων βασιλεύς των Ελλήνων», αυτό δεν το κατάπια ούτε πεθαμένος…(γελάει) Βρε τι γέλιο κάνω πεθαμένος άνθρωπος, ο Θεός να με συγχωρέσει !…
ΡΩΜΙΟΣ : Κι ύστερα…
ΑΓΑΛΜΑ : Και που λες, ύστερα μου κάνανε κι ένα γλέντι στο παλάτι για να με τιμήσουνε…Με βάνει ο βασιλιάς να καθίσω πλάι του… Σε μια στιγμή, λέει του διερμηνέα να με ρωτήσει :
Ποια τιμή και ανταμοιβή θέλω κι ότι να ‘ναι θα μου τις δώσει.
Τι θέλω ; Πες στα βιολιά να μου παίξουν ένα κλέφτικο.
(Ακούγεται χαμηλόφωνα ένα κλέφτικο τραγούδι)
Άντε πηγαίνετε τώρα γιατί έχω να ετοιμαστώ για αύριο. Αύριο ; Τι θα γίνει αύριο ;…
ΑΓΑΛΜΑ : Αύριο ξημερώνει πάλι 25 του Μάρτη…Θα ‘ρθουνε με στεφάνια και τούμπανα…Εγώ θα ‘μαι εκεί πάνω σαν άγαλμα…Και σαν έρθει η στιγμή να βγει μπροστά ο μαγκούφης που θα βγάλει το λόγο… «Στάσου»…θα του πω!
… «Κάθε χρόνο το λόγο τον εβγάνατε εσείς!…Φέτος θα τον βγάλουμε εμείς…(πάει μπροστά στη σκηνή και απευθύνεται κατευθείαν στο κοινό)
…Για ακούτε βρε τωρινοί Έλληνες. Άμα σας φέρνουνε για παράδειγμα εμάς τους πεθαμένους, μάθετε να ξεχωρίζετε με ποια πονηριά σας το λένε…Κι άμα σας λένε για την ελευθεριά που πολεμήσαμε, να τη βλέπετε πρώτα αν έχει τέσσερα μάτια. Δυο μπροστά για να βλέπει τον κατακτητή και δυο πίσω για να βλέπει εκείνον που θέλει να φύγει ο κατακτητής, για να γίνει αφέντης αυτός.
Προσέχετε Έλληνες, εμείς οι παλιοί όσο ζούσαμε πολλά επικραθήκαμε κι αδικηθήκαμε…Κι αν θέτε στ’ αλήθεια να τιμήσετε εμάς τους παλιούς, μη μας τηράτε πλέον. Κάμετε το δικό σας δρόμο, πάτε μπροστά και αγωνιστείτε! Εμάς το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε και δε μοιάζει με το δικό σας. Μη σας λένε πως εμείς αγράμματοι, μ’ ένα ξεροκόμματο και με την πίστη στο Χριστό κάναμε θαύματα ! …Που ‘σαι ορέ Καραϊσκάκη να τα πεις καλύτερα !
… Εμείς επολεμήσαμε για να ‘χετε εσείς τα γράμματα και το ψωμί που δεν είχαμε και να μη χρειάζεστε θάματα για να ζήσετε μια ζωή ανθρωπινή…Έι Παπαφλέσσα, σήκω κι έλα βοήθα. Αφήστε το δικό μας αγώνα και κοιτάτε το δικό σας. Εμείς τι άλλο να θέμε ;…Που είσαι Καραΐσκο !…Έμπα μπροστά γερό – Πλαπούτα…Άει μπράβο παίξτε μας ένα τσάμικο…
(η μουσική δυναμώνει και ακούγεται η «Ιτιά» ή κάποιο άλλο τσάμικο και τρεις τέσσερις κλέφτες βγαίνουν στη σκηνή και χορεύουν τσάμικο μαζί με τον Κολοκοτρώνη και μετά αποχωρούν από τη σκηνή χορεύοντας. μαζί τους φεύγει κι ο Ρωμιός.)

15. ΕΠΙΝΙΚΙΑ

ΡΩΜΙΑΚΙ : Εκείνο λοιπόν τον καιρό, όπως σε κάθε δύσκολο καιρό, ήταν πολλοί εκείνοι που βγήκαν απ’ το πετσί τους. Άνθρωποι που δεν τους έπιανε το μάτι σου, παίρναν το βουνό μ’ ένα ντουφέκι στο χέρι. Με το τίποτα, ο Γιάννης, ο Τάσος, ο Μανόλης, η Λένω, η Δέσπω, αυτή η σιωπηλή στρατιά, αυτοί οι ωραίοι δικοί μας, σπρώχναν για καλά τον καιρό προς την ελευθερία και την ειρήνη. Για μια ελευθερία που πριν έρθει φαινότανε τόσο πλατιά. Και για μια ειρήνη που ακόμα γι’ αυτήν αγωνιζόμαστε. (μπαίνει ξανά ο Ρωμιός) ΡΩΜΙΟΣ : Σαν πολύ δεν ωρίμασες μέσα σε μια παράσταση ;
ΡΩΜΙΑΚΙ : Σ’ έχασα !
ΡΩΜΙΟΣ : Έχουμε δουλειές, πρέπει να πηγαίνουμε !
ΡΩΜΙΑΚΙ : Πάρε με μαζί σου…
ΡΩΜΙΟΣ : Πάμε για δύσκολες δουλειές.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Κυρίες και κύριοι, σε δυο λεπτά το έργο μας τελειώνει. Όμως δε θα σας αφήσουμε να φύγετε πικραμένοι, όχι γιατί σας κάνουμε τη χάρη αλλά γιατί έτσι γίνεται πάντα και στη ζωή. Πάει να πει στον τόπο μας, οι ρίζες μας είναι βαθιές, το χώμα δικό μας, κόβω, κόβεις, κόβει, κόβουμε, κόβετε, κόβουν τα κλαριά μας, τον κορμό μας, μα το χώμα ξαναφουσκώνει. Μια πράσινη φωνούλα ξαναβγαίνει και φωνάζει «εδώ είμαι». ΡΩΜΙΟΣ : Καταπιαστήκαμε με κάτι δύσκολο. Καλέσαμε την τρέλα για βοηθό αλλιώς δεν τα βγάζαμε πέρα. τρέμαμε μ’ αυτό που αγγίζαμε και τρέμουμε ακόμα. Όμως αυτό που θέλαμε ήταν να ‘ρθείτε στην παράστασή μας και να μη φύγετε αδιάφοροι. Να βρείτε ψεγάδια να μας κρίνετε αλλά να μη φύγετε αδιάφοροι. Κι αν σας κακοκαρδίσαμε ή αν σας κάναμε να γελάσετε με πράγματα που δεν έπρεπε, είναι γιατί διαλέξαμε το φαρδύ το δρόμο. Εκεί που η ζωή είναι χύμα. Το αστείο, το σοβαρό, τα όσια και τα ιερά, ο άγιος και ο θεομπαίχτης.
ΡΩΜΙΑΚΙ : Ο Δράκος είναι εκεί και θα ‘ναι κι αύριο και μεθαύριο. Ξερογλείφεται τον βλέπετε ; Είδε πως σκότωσαν την παρέα του Καραγκιόζη και περιμένει να τους φάει. Όμως δεν θα τους φάει. Κι ούτε τους σκότωσαν.
(σιγά - σιγά και με πολύ αργό ρυθμό ακούγεται μπάσος ήχος τύμπανου)
Αν δεν με πιστεύετε, βάλτε το αυτί σας στο χώμα και ακούστε… (ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται πιο γρήγορος)
Η γη μας χτυπάει με ογδόντα σφυγμούς…(ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται πιο γρήγορος)Ωραίους σαν από παλιό τύμπανο…(ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο γρήγορος)Κάτι γίνεται…(ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο γρήγορος)
Κάτι γίνεται…(ο ήχος δυναμώνει και ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο γρήγορος)
Το τύμπανο σταματά απότομα και όλος ο θίασος μπαίνει στη σκηνή και τραγουδά
Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες, γέροι και παιδιά, στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε ποιοι περπατούν στα σκοτεινά και σεριανούν μες τα στενά φίλοι κι αδέρφια, μανάδες, γέροι και παιδιά.
Ήταν στρατιώτες, καπεταναίοι λαϊκοί, όρκο σταυρώσαν βάλαν στο σπαθί τους, η λευτεριά να μη χαθεί, όρκο σταυρώσαν στο σπαθί, καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί.

ΤΕΛΟΣ