Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

Μίλτος Σαχτούρης - Ο στρατιώτης ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου
Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβομέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου
Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2007

Μίλτος Σαχτούρης - Όνειρο

Ένα μικρό σε μια κούνια έιναι πεθαμένο.

Μια μαυροφόρα (πιθανώς η μάνα του) κάθεται από πά-

νω του και κλαίει με λυγμούς. Έπειτα σιγά σιγά το ση-

κώνει, το βάζει κάτω… το μικρό σαν παραζαλισμένο

αρχίζει να περπατάει.

— Δες, λέω, είναι πεθαμένο κι όμως περπατάει.

Μίλτος Σαχτούρης - Μή, τους φωνάζω

μη μιλάτε

για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν

θα σας βγάλουν τα μάτια!

Όταν

Όταν κλείνω τα μάτια

ξεκινάει από μακριά

η αγαπημένη έρχεται

και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως

έρχεται ο θάνατος και

μου φιλά τα χέρια

Μίλτος Σαχτούρης - Εκτοπλάσματα

Μέσα στον τάφο μου

Περπατώ ταραγμένος

τ’ απάνω κάτω

τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω να ουρλιάζουν

ιδέες-αυτοκίνητα

αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε

μιλούνε, γελάνε

για μένα

λένε αλήθειες

λένε ψευτιές

για μένα, για μένα!

Μίλτος Σαχτούρης - Η λάμψη

– Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.

Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά

είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.

– Όμως ­– είπε ο πρώτος:

Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το

καρφώσω το μαχαίρι.

Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα

σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου

χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας

το άχρηστο πια χέρι του.

Μίλτος Σαχτούρης - Τα Γράμματα

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη θάλασσα

στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο

κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν στον αφρό

κι ο καπετάνιος ζωντανός

κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού

ο πατέρας μου και η μητέρα μου

κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να τα διαβάσουν

έχουν ξεχάσει να διαβάζουν

λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα

στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού κρανίου με ξεγέλασες

γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα

και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

Μίλτος Σαχτούρης - Ο τρελός λαγός

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές
ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Μίλτος Σαχτούρης - Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι

ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι

στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε

ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

Σάββατο 19 Μαΐου 2007

Μίλτος Σαχτούρης - Ορυχείο

Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ' όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ' αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πιρούνια και τα μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα
Να με θυμάσαι

Μίλτος Σαχτούρης - Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής