Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Κατερίνα Καριζώνη - Αυτά που μας σκοτώνουν

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
μας φωνάζουν συνεχώς
και οι φωνές τους σκεπάζουν
όλα τα άλλα που υπάρχουν.
Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
ζουν μέσα στα δάκρυα
ξυπνούν τις νύχτες
ανάβουνε το φως
ξεφυλλίζουν βιβλία
ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα
ρωτούν αδιάκοπα γιατί.

Εκείνο το φιλί που τότε αρνήθηκα
το ραντεβού που κάποτε δεν πήγα
το ποίημα που δεν κάθισα να γράψω
το χέρι που, όταν έπρεπε, δεν έδωσα
τα λόγια που, ενώ θέλησα, δεν είπα
και τελικά είναι πιο πολλά
όσα δεν έγιναν
από τα πεπραγμένα της ζωής μας.

Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
πολεμούν με αυτά που ακόμα υπάρχουν
και στο τέλος τα νικούν
γιατί πατρίδα τους είναι ο θάνατος
κι εμείς τα τελευταία λάφυρα της μάχης
που παίρνουν επιστρέφοντας μαζί τους.

Κατερίνα Καριζώνη - Ο γλάρος

Τι θέλει αυτός ο γλάρος
μπρος στην πόρτα μου;
Έρχεται κάθε τόσο και μου κρώζει
πως κάποιο πέλαγος κρύβεται εδώ μέσα
και πρέπει να του ανοίξω για να μπει.
Ή μήπως κατάλαβε πως ονειρεύομαι θάλασσες
πως έχω λόξα με τους καπετάνιους
και πως τα ρούχα μου μυρίζουνε ναυάγια
και τα χαρτιά μου σκοτεινούς βυθούς
με ασημένια ψάρια και πνιγμένους
και αόρατα νερά που με σκεπάζουν.

Τι θέλει αυτός ο γλάρος στο μπαλκόνι μου;
Έρχεται κάθε μέρα και μου κρώζει
πως μέσα, πιο βαθιά, πέρα από τις κάμαρες
πέρα από τους όποιους ενδοιασμούς και τις προφάσεις
υπάρχει μια λησμονημένη θάλασσα
ρέει καμιά φορά με τα δάκρυά μας
αφήνει το αλάτι στις πληγές
και τις βαριές της άγκυρες στις λέξεις.

Κατερίνα Καριζώνη - Οι άνθρωποι-βιβλία

Μερικοί άνθρωποι είναι σαν τα άκοπα βιβλία
που τα έχουν λησμονήσει στα ράφια των βιβλιοθηκών
μουχλιάζουν οι κιτρινισμένες σελίδες τους αδιάβαστες
σβήνουν οι γραμματοσειρές τους με τα χρόνια
κανείς δεν τους φυλλομετρά, δεν τους αγγίζει
περνούν απαρατήρητοι μέσα στην οχλοβοή
κι ας κρύβουν κόσμους μυστικούς, αθέατους
χάρτες με θησαυρούς και άγνωστες ηπείρους.

Είναι συνήθως χαμηλόφωνοι, σεμνοί
πιο τρυφεροί κι ευάλωτοι από τους άλλους
που φωνασκούν και επαίρονται για την ύπαρξή τους.
Πολύ τους συμπαθώ τους ανθρώπους με τις άκοπες σελίδες
στα μάτια τους τρεμοσβήνει πάντα ένα φως
που μοιάζει με απρόσιτο αστέρι
κι έχουν ένα παραπονεμένο βλέμμα σαν να σε καλούν
να σκίσεις, να διασχίσεις τη σιωπή τους.

Κι άλλοτε πάλι μιλούν με λέξεις σκονισμένες
βήχουν, συστέλλονται, ζητούν νερό ευγενικά
όταν σου ανοίγονται καμιά φορά δειλά
και σου αποκαλύπτουν τα θαμμένα μυστικά τους.

Πολύ μου αρέσουν οι άνθρωποι
που μοιάζουν με τα άκοπα βιβλία.

Κατερίνα Καριζώνη - Το παλτό σου

Χρόνια τώρα κρεμόταν στο σκοτάδι του μυαλού μου
βαρύ και απειλητικό το πανωφόρι σου
το διαπερνούσαν ρίγη από αιφνίδιους πυρετούς
θέρμες από ύπουλες αρρώστιες
πάνω του άνοιγαν πληγές κι αιμορραγούσαν
απ’ τις ραφές του γλιστρούσε πότε πότε
ένα παραπονεμένο φως.
Έσταζε χρόνια στο μυαλό μου το παλτό σου
δεν μπορούσε να στεγνώσει
όσο κι αν πάγωνε ο νοτιάς του χωρισμού
κι οι κρύες βραδιές στα αναρρωτήρια της μνήμης μου
όσο κι αν το φυσούσαν οι παλιές μας μέρες
κι η σκόνη από λυπημένες εκδρομές κοντά στη θάλασσα.

Έσταζε αίμα το παλτό σου
γέμιζε το στόμα μου, με έπνιγε,
λέρωναν τα χέρια μου, τα χρόνια μου
έπαιρνα τους δρόμους σαν τρελή
έτρεχα στα φαρμακεία
παντού νεκροί οι φαρμακοποιοί
παντού ναρκωμένοι οι νοσοκόμοι
παντού σκοτωμένο το αίσθημα.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Κατερίνα Καριζώνη - Τρεις ιστορίες με αγγέλους, 2 Η επιστροφή του αγγέλου

Και τότε ξαναφάνηκε ο άγγελος
αίμα και γράσα στάζαν τα φτερά του.

Πιάστηκα, είπε, στα δόκανα των κυνηγών
που στήνουν το φθινόπωρο για τα πουλιά
ζήτησε λίγο λάδι
για να βάλει στις πληγές του
και μια αλλαξιά για το ταξίδι του.

Άγγελε, σώθηκε το λάδι
άδειασε ο καιρός, του είπαμε,
τα ρούχα μας γέμισαν αρρώστιες.

Υπάρχει όμως μία γέρικη ελιά
πέρα μακριά, στο βάθος του ορίζοντα
αυτή κλαίει τις νύχτες
αυτή τραγουδάει όταν φυσάει ο βοριάς
αυτή γνωρίζει πότε θα πεθάνουμε
πήγαινε σ’ αυτή
να σε γιατρέψει.

Κατερίνα Καριζώνη - Ωδή στους τρυφερούς ανθρώπους, 2

Έτσι
κι αυτός ο άνθρωπος
είναι ένα τριαντάφυλλο με γυαλιά.

Αγκάθια διασχίζουν τα λόγια του
το πρόσωπό του φυλλορροεί
όταν φυσάει
κατά κει που στρέφεται ο εξάντας
και πετούν τα παλιά φύλλα των ημερολογίων
κατά κει που ταξιδεύει
το βλέμμα των πορτρέτων
και της γυναίκας που δεν αγαπήθηκε.

Πρέπει να σταματήσει
αυτή η ποίηση, φώναζε ένα απόγευμα
να επουλωθούν οι πληγές
να κλείσουν οι παλιοί ερειπιώνες.

Αυτός ο άνθρωπος
είναι ένα τριαντάφυλλο
γι’ αυτό με πληγώνει.

Τις νύχτες αφήνει τα κλαδιά του
έξω απ’ τα όνειρα
τα αγκάθια του στη λέξη εγώ
τα πέταλα στις πληγές της ημέρας
το πρωί τα φοράει
και χάνεται.

Κατερίνα Καριζώνη - Ωδή στους τρυφερούς ανθρώπους, 1

Κάποτετο αχνό φως απ’ τα φτερά ενός κύκνου
φέγγει στο σκοτάδι
δείχνει τον δρόμο των τρυφερών ανθρώπων
τους βλέπω να περνούν
από μια πύλη στενή
με βήμα πιο ελαφρύ απ’ το δικό μας
με ρούχα γεμάτα ημερωμένους ανέμους
κι αιώνες μυθικούς
κρατούν στα χέρια τους
την άκρη των πραγμάτων
κι ένα αηδόνι κατοικεί
μες στους σκοπούς τους
στα πόδια τους άγρια σαρκοβόρα
παίζουνε με νήπια.

Οι τρυφεροί άνθρωποι
περνούν ανάμεσά μας
δεν τους ξεχωρίζεις
κρατούν εφημερίδες, συναλλάσσονται
μιλούν μαζί μας για πράγματα ασήμαντα
μα όταν καμιά φορά πληγώνονται
σωπαίνουν
κι ύστερα ξαφνικά μεταμορφώνονται
σε τριαντάφυλλα στην πόρτα μας.

Κατερίνα Καριζώνη - Οι γάτες των παλιών κτηρίων

Οι γάτες των παλιών κτηρίων μάς κοιτούν
όπως θα μας κοίταζαν οι πεθαμένοι ένοικοι
μιλούν μες στο σκοτάδι με ανθρώπινες φωνές
λεν πως τα σπίτια κάποτε παλιώνουν
κι οι ένοικοι γερνούν και μένουν μόνοι τους
και τότε η ζωή του αναπόφευκτα γεμίζει
από γάτες
μιλούν ψιθυριστά, βήχουν επίμονα
και δεν γνωρίζουν τον μέλλοντα και τον ενεστώτα.

Τις νύχτες
μια βυθισμένη κρήνη αναδύεται
απ’ τα υπόγεια των σπιτιών
οι γάτες ορμούν μέσα στη γούρνα πλατσουρίζοντας
λούζονται, βγάζουνε το τρίχωμά τους
γίνονται γριές με πρόσωπα αποτρόπαια
φορούν κουρέλια και καπνίζουνε τσιγάρα άφιλτρα
ανεβαίνουν αθόρυβα τις σκάλες των σπιτιών
και χτυπούν τα κουδούνια των ενοίκων
νιαουρίζοντας.

Κατερίνα Καριζώνη - Τρεις ιστορίες για τα κτήρια - Η απειλή των κτηρίων

Τα κτήρια είναι οι πέτρινες ενδυμασίεςτης πόλης
κρέμονται με αέρινες κλωστές
από τον ουρανό
κι έχουν την ηλικία των ανθρώπων.

Συχνά τα βλέπω να περιστρέφονται τις νύχτες
γύρω απ’ το κεντρικό ρολόι του Σταθμού
σταματημένο στον τελευταίο χωρισμό μας
κι άλλοτε να προσέρχονται αθόρυβα
στις ξαφνικές κηδείες των ενοίκων τους.

Τα κτήρια μας αφαιρούν σιγά σιγά την κίνηση
ανύποπτους μας καθηλώνουν σε δωμάτια
στολισμένα με νεκρές σημασίες
και άνθη χάρτινα
σαν ενυδρεία γεμάτα ανθρώπινα μέλη
κι ύστερα μια νύχτα μας εγκαταλείπουν
και σωριάζονται με θόρυβο στα όνειρα.

Το πρωί
απειλητικά κι ερειπωμένα
ανατέλλουν πάνω από την πόλη.

Κατερίνα Καριζώνη - Τα πρόσωπα των φωτογραφιών

Τα πρόσωπα των φωτογραφιώνσε ποιον μιλούν
αφού εμείς δεν τα ακούμε.

Συχνά διακρίνω μια σύσπαση ανεπαίσθητη
στα χείλη τους
σαν κάποτε να προσπαθήσαν να εκφρασθούν
σε γλώσσες άγνωστες
με λέξεις μουχλιασμένες που τους πνίγουν
και μόνο σ’ έρημες ακτές ακούγονται.

Αυτά τα πρόσωπα αδυνατούν να ξεφύγουν
απ’ τα μαρτύρια της ακινησίας
αφού άγνωστοι τις νύχτες τα καρφώνουν
αθόρυβα στο εσωτερικό των φωτογραφιών.

Κατερίνα Καριζώνη - Η προφητεία της βροχής

Έβρεχε συνεχώς απ’ το πρωίτρία καμένα εικονίσματα
φώναζαν ανάμεσα απ’ τα σύννεφα.

Προσέξτε
η βροχή θα πάρει τον σπόρο μακριά
δεν θα ανθήσει φέτος ούτε ένας νεκρός
σ’ αυτή τη νοτισμένη περιφορά των εποχών
δεν θα σωθεί ούτε ένας σκοτωμένος
σε τούτη την υγρή λιτανεία των ψευδαισθήσεων
κι ο δεύτερος θάνατος θα είναι δυσκολότερος.

Ύστερα οι φωνές τους γίνονταν
εύθραυστες κλωστές
πένθιμα μικρά ουράνια τόξα
στην αθέατη πλευρά του ουρανού.

Ένας μαύρος καθρέφτης
έπλεε μέσα στη βροχή.

Έβρεχε συνεχώς απ’ το πρωί.

Κατερίνα Καριζώνη- Αποχωρισμός

Τα μαλλιά σουέχουν τον άνεμο του περσινού καλοκαιριού
και το χαμόγελό σου
τη ρίζα εκείνης της μικρής ροδακινιάς
που άνθισε ξαφνικά μες στον Νοέμβρη.

Άμα περάσεις το σύννεφο
θα βγεις στην άλλη μεριά της βροχής
εκεί, μου είπες, θα περιμένεις
σ’ ένα σπίτι από ελαφρόπετρα
τριγυρισμένη από χιλιάδες παράθυρα
που βλέπουν στη θάλασσα.

Σε κάποιο δωμάτιο
θα βρεις μια γυναίκα κοιμισμένη,
μην την ξυπνήσεις
για όλα θα χαθούν μονομιάς.

Καθηλωμένο φως!
Πόσο βαραίνει το χέρι σου
καθώς ανοίγει ένα παλιό ταριχευμένο βιβλίο
καθώς μοιράζει το ψωμί του αποχωρισμού.

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2023

Τίτος Πατρίκιος - Φυλάκιο

Οι τελευταίοi φαντάροι περνάνε βιαστικά.
Στο φυλάκιο της πύλης
έμεινε ανοιχτό το τάβλι
με το παιχνίδι ατέλειωτο.
Τόσον καιρό και δεν έδωσες μια χειραψία.
Μόνο ένα κλεφτό τσιγάρο
ή να μετράς και να ξαναμετράς τους μήνες.
Η αρχή, λέει, είναι να συνηθίσεις τ’ άρβυλα
και το ζεστό νερό μες στο κατακαλόκαιρο.
Και στις χακί κουβέρτες
δεν φαίνονται εύκολα οι λεκέδες.
Απέναντι κάτι σαν καφενείο
αυτοκίνητα γι’ απρόσιτες κατευθύνσεις.
«Κι εκείνος κεί
πήγε και παντρεύτηκε τώρα που απολύεται.»
Στο βάθος κάτι σαν πόλη.
Μες στις χακί στολές τίποτα δεν φαίνεται εύκολα.
Και να μετράς και να ξαναμετράς τα χρόνια.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Κωστής Μοσκώφ: Ο έρωτας δεν ήταν...

Ο έρωτας δεν ήταν για μας γέφυρα∙
τρόμαξες∙
έμεινες μόνη στη σκοτεινή όχθη∙
- και εγώ
σε περιμένω από την εποχή του χαλκού.

Ποιος σήκωσε τα κύματα
και τους ανέμους;
Ποιος γέννησε την ιστορία
δίχως πρόσωπο;
Ποιος σε έριξε
ακόμα ζωντανή μες στους νεκρούς;

Έχω ανάψει την πυρά
να ζεστάνω
τον κόσμο όλο
με την αγάπη μας.

Πότε θα έρθεις;

Κωστής Μοσκώφ: Γδύσου το πουκάμισο των άστρων...

Γδύσου το πουκάμισο των άστρων∙
φόρεσε το θνητό δέρμα σου
να σε πλαγιάσω...

Κωστής Μοσκώφ: Ο έρωτας», είπες...

«Ο έρωτας», είπες,
«αυτός μόνο καρφώνει έξω απ’ τον Καιρό
την Μνήμη»
- φτάνει στην Πάργα των τσιγγάνων,
φτάνει στην Παραμυθιά των ατίθασων
Τσάμηδων,
- φτάνει στους τσόγλανους του Σαββατόβραδου
στα Γιάννενα, στην λίμνη...
«Τα μάτια σου είναι δυο σύννεφα»
- δύο σύννεφα που δεν ξέρουν
πώς να γίνουνε βροχή...

Κωστής Μοσκώφ: Είμαι αυτός που αγαπάω...

«Είμαι αυτός που αγαπάω
και αυτός που αγαπάω
είναι εγώ»
- είπε ο Μανσούρ αλ Χαλάλ, και τον σταυρώσανε...
Περπατούσα στους δέκα γαλαξίες
ανάμεσα σε εμένα και σε Εμένα,
όταν με φώναξες «συ, εγώ»
- και ξάπλωσα στα πόδια σου επτά χιλιετίες...
Είμαι ο Γιαζί Αλ Μπισταμί,
ο Μαβλανά Τζαλλαλουντίν Ρουμί,
ο Ισσάκ της Νινευή,
- είμαι χιλιάδες
από το Στάλινγκραντ και την Καισαριανή,
το Κουτλουμούσι, την Μακρόνησο,
τη Μονή του Σταυρονικήτα
και τον τεκέ των Μπεκτασί δερβίσηδων
στις όχθες του Πηνειού, στο Χασάν Μπαμπά...

Κωστής Μοσκώφ: Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού...

Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Αλιάκμονα, τον σφοδρό Βαρδάρη
- οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ’ αγαπώ.

Κλείτος Κύρου: Κραυγή δέκατη πέμπτη

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους

Κλείτος Κύρου: Κυριακή απόγεμα

Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
Τα παιδιά τρέχουν
Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
Τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
Βραδιάζει
Οι εκδρομείς επιστρέφουν
Με λουλούδια
Με λιοκαμένα πρόσωπα
Χαρούμενοι
(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

Άγγλοι αντιπαθητικοί
Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετιλίνης
Οι δρόμοι αδειάζουν
Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
Λαχανιασμένοι ψίθυροι
(Νιώθουμε ξένοι
Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)

Ποιος θα μας σώσει
Ποιος θα μας ξεκουράσει
Κατά πού να γυρίσουμε
(Είμαστε νικημένοι
Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)