Σάββατο 1 Μαρτίου 2008

Καβάφης Κ. Π. - Ενδύματα

Mέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.

Tα ρούχα τα κυανά. Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Kαι κατόπιν τα κίτρινα. Kαι τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.

Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.

Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.

Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.

Όλως διόλου τελειωμένη. Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο.

Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.

Καβάφης Κ. Π. - Che fece .... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

Καβάφης Κ. Π. - Όσο Mπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Καβάφης Κ. Π. - Απ’ τες Eννιά

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.

Ιάσων Δεπούντης - Στα γκρεμισμένα σπίτια του χειμώνα

Τώρα βρίσκομαι μ’ όλα τ’ άρρωστα κι αδύναμα πουλιά μαζί

πάλε τη στέγη ράγισε η σιωπή για τη θλιμμένη ανάμνησή μου.

Τ’ άλλα που θα διηγηθώ είναι οράματα-

Τις νύχτες ενώ δεν ταράζει τον ύπνο μας η συννεφιά ή τ’ όνειρο

ξυπνούμε πολλές φορές – τα πουλιά στη φωλιά τους

κι εγώ στο κρεβάτι μου και κλαίμε.

Μένουν μονάχα τους κι αυτά – και ξέρουν

πόσο κρυώνει ένα πουλί έξω από τη φωλιά του.

Κατερίνα Γώγου - X

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής"
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...

Κατερίνα Γώγου - VIII

Η ζωή μας είναι σουγιάδες
Σε βρώμικά αδιέξοδα
Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα…
Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω, η Πατησίων.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή
Ξευτίλα - μοναξιά - απελπισία
Κι ανάποδα
Εντάξει δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας
Και καπνίζουμε….
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…

Κατερίνα Γώγου - IX

Θα 'ρθει καιρός
που θ' αλλάξουν τα πράγματα
να το θυμάσαι Μαρία
θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα
εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε
κρατώντας τη σκυτάλη
Μη βλέπεις εμένα μην κλαις
εσύ είσαι η ελπίδα
Άκου, θα 'ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
δεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απ' έξω
και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε
δε θα 'μαστε άλογα
να μας κοιτάνε στα δόντια
Οι άνθρωποι, σκέψου,
θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές :
απροσάρμοστοι, καταπίεση,
μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της Ιστορίας
Είναι Μαρία, δε θέλω να λέω ψέματα,
δύσκολοι καιροί και θα' ρθουνε κι άλλοι
δε ξέρω, μην περιμένεις κι από μένα πολλά
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κράτησα καλά
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
...παρ' όλα αυτά Μαρία

Κατερίνα Γώγου - VII

Καταστολή


Ανάμεσα σ' αυτές /λέγω/ τις ξυραφισμένες εγκοπές
όπου οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονοματίζουν
μάτια
εκεί όπου υπάρχει φυτρωμένος ένας μικρός τάφινος + σταυρός
και μια
μεγάλη γυναίκα καταθλιπτική με μαύρα γυαλιά
κι ένα καφέ λουρί σκύλου στο χέρι
σπάνε εκεί τις τελευταίες μέρες μου
μεγάλα σκοτεινά νερά σταλμένα από δυνάμεις σκοτεινές
καλώντας με να προχωρήσω...
Μπρούμυτα πεθαμένοι με σακάκια ανε6αίνουν σταυρωτά
μέσα από τα νερά
τάματα μπούστο πρησμένα
κολλάνε σα πεταλίθρες στο πίσω μέρος του κρανίου μου
εκεί όπου αρχίζει το τριχωτόν μου /πεινάνε
είναι πεινασμένοι όλοι τους /καταλα6αίνετε/ θέλουν να ζήσουν
κό6ουν εδώ πίσω με κοφτερές δαγκωνιές
την τελευταία μου κοινωνική μου άμυνα
αυτό που οι άνθρωποι συνήθισαν να ονοματίζουν
μυαλό μου
γι ' αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δεν
φο6άμαι δεν 6λέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαι
είμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσα
θα προχωρήσω.

Κατερίνα Γώγου - VI

Σ’ όσους σπάσανε σ’ όσους κρατάνε


Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα

πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρός

στο σκοτεινό θάλαμο της γης

με ισκιωμένο το μυαλό

απ' το ξέφρενο κυνηγητό

της ασάλευτης πορείας των άστρων

οι τελευταίοι

απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους

θυσία

στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών .

Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.

Κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής

σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις. .

Κατερίνα Γώγου - V

Τα σύνορα της πατρίδας μου
Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε
απ τα ψητοπωλεία του Μινιόν
περνάνε από τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα ...
Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωή
στριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες
τους στρώνει στο " Θανάση " σημαδεμένη τράπουλα από χέρι
τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες
και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι
Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα
τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο
ώσπου μια μέρα - Παρασκευή μπορεί -
τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους
καρφώνουνε τον αντρισμό τους
τους φέρνει καπάκι
κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο
με το μαντήλι που σκουπίστηκαν
ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω
πνίγουν με ισόβια
φωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικές
θάλασσες Παναμαικές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριες
και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδες
το ξεχειλωμένο μαγιώ απ το περίπτερο
και την τσατσάρα - πουτάνα ζωή - μαγκιά τους στο πλάι
- κανείς δεν ξέρει
- κανείς δεν είδε
19 20 21 χρονώ και τέλος .

Κατερίνα Γώγου - IV

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
πού κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ότι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σε καμπαρέ τής Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τούς στρίμωξαν και τά κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δέν κοιμούνται.
'Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια
μανταλάκια
τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Ολο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τούς αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
"Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τούς ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί ή δική σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.

Κατερίνα Γώγου - III

Η μοναξιά...
δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών "καλών" καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοιδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι - Αγ. Βαρβάρα - Κοκκινιά
Τούμπα - Σταυρούπολη - Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ΄αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης - εδώ κοντά είναι η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει

Κατερίνα Γώγου - II

Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες τους ανθρώπους...
τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά
πως να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στύλ της καρέκλας...

Κατερίνα Γώγου - I

"Πάει. Αυτό είταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
'Αρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα".

Τάκης Βαρβιτσιώτης - Υστερόγραφο

Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε

Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
Νεκρά φύλλα
Φωνές λησμονημένες

Αθόρυβα θα περάσετε
Το παγερό παράθυρο
Που ανοίγει προς τη νύχτα
Νύχτας σκληρή
Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
Πιο άδεια κι απ’ την απουσία

Θα ‘ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
Και το φιλί της αγάπης
Θα σας φωτίσει

Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε

Ας ταξιδέψει ο χαμόγελό σας
Από στόμα σε στόμα

Ελένη Βακαλό - Το τέλος του σπιτιού

Μια μέρα ο μεγάλος μου γιος είπε
«το βράδυ δε θα γυρίσω σπίτι νωρίς»

Έβαλα τα μικρά να κοιμηθούνε
και τότε θαρρώ πως κοίταξα το σπίτι μας
για πρώτη φορά

Ήταν παλιό
και το χειμώνα θα έσταζε με τις βροχές.

Nίκος - Aλέξης Aσλάνογλου - Υστεροφημία

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ 
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. 
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη 
θα τα διαβάσουν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. 
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν 
ή θα ταφούν σ’ ανήλια σπουδαστήρια –κι είπες πάλι 
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει.

Nίκος - Aλέξης Aσλάνογλου - Στη βροχερή αποικία

Το φιλί σου δοσμένο την άνοιξη με καίει ακόμα 
μισολιωμένο στα μάγουλα, στα λιγοστά μου πεσμένα μαλλιά 
ήταν λαθρόβιο ή εξατμίστηκε εκείνη την ώρα 
μέσα στα δάχτυλα ένα τίποτε ένας σπασμός 

 Το φιλί σου δοσμένο στην άσφαλτο με σέρνει μέσα
σε κλινικές όπου έζησα έγκλειστος, καθώς ξανά 
θα γυρίσω εκεί κάποτε όταν έρθει η αρρώστια 
ιατί να δόθηκε, στη βροχερή αποικία που σε γνώρισα 
ξέρω, δε θα βρεθεί ποτέ γατρειά

Αγγουλές Φώτης - Ώρα καλή

Ώρα καλή συνταξιδιώτες ώρα σας καλή
πού φεύγετε απ' την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε
Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό
ξυπόλητοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό
κι' ήταν το ρέμα δυνατό και θυμωμένη η λάμια
κι' είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί
ν' ακούσω το τραγούδι σας καθώς περνάτε
Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί
απόψε πού σταυρώνεται σαν το Χριστό ή Ελλάδα

Αγγουλές Φώτης - Ο δρόμος μας

Ας μην ήρθατε πίσω
κι' ας μη φτάσατε πουθενά
ο δρόμος μας αρχινά
από κει που ο δικός σας τελειώνει
ακολουθούμε πιστά τα ματωμένα σας ίχνη

Μέσα στο κάτασπρο χιόνι
μια ματωμένη γραμμή
το δρόμο μας δείχνει
ας ρίχνει σκοτάδι τριγύρω η νύχτα

Αγγουλές Φώτης - Μην καρτεράτε

Κι εφέτος η πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει

κι' άδειο κανίσκι ειν’ η καρδιά και μαύρη γύρω μου ίσκιοι

Κι έτσι καθώς σε σκέφτομαι χαρά που μου ‘χεις λείψει

μου σιγοτραγουδά η βροχή του σύννεφου τη θλίψη

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή

μητ’ όσο στη κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι

έχουμε τη ζωή πολύ πάρα πολύ αγαπήσει