Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2007

Μίλτος Σαχτούρης - Όνειρο

Ένα μικρό σε μια κούνια έιναι πεθαμένο.

Μια μαυροφόρα (πιθανώς η μάνα του) κάθεται από πά-

νω του και κλαίει με λυγμούς. Έπειτα σιγά σιγά το ση-

κώνει, το βάζει κάτω… το μικρό σαν παραζαλισμένο

αρχίζει να περπατάει.

— Δες, λέω, είναι πεθαμένο κι όμως περπατάει.

Μίλτος Σαχτούρης - Μή, τους φωνάζω

μη μιλάτε

για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν

θα σας βγάλουν τα μάτια!

Όταν

Όταν κλείνω τα μάτια

ξεκινάει από μακριά

η αγαπημένη έρχεται

και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως

έρχεται ο θάνατος και

μου φιλά τα χέρια

Μίλτος Σαχτούρης - Εκτοπλάσματα

Μέσα στον τάφο μου

Περπατώ ταραγμένος

τ’ απάνω κάτω

τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω να ουρλιάζουν

ιδέες-αυτοκίνητα

αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε

μιλούνε, γελάνε

για μένα

λένε αλήθειες

λένε ψευτιές

για μένα, για μένα!

Μίλτος Σαχτούρης - Η λάμψη

– Πετάς; τον ρώτησε αυτός που κρατούσε το μαχαίρι.

Ο άλλος σιγά σιγά δεν πάταγε πια το χώμα, σιγά σιγά

είχε σηκωθεί κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη.

– Όμως ­– είπε ο πρώτος:

Εγώ μπορώ κι έτσι που ανεβαίνεις να σ’ το

καρφώσω το μαχαίρι.

Και τότε με μια λάμψη ο άλλος και μ’ ένα

σφύριγμα εκκωφαντικό σα σφαίρα πυροβόλου

χάθηκε, εξαφανίστηκε μέσα στο διάστημα.

Έκπληκτος κοίταζε ο απομείνας

το άχρηστο πια χέρι του.

Μίλτος Σαχτούρης - Τα Γράμματα

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη θάλασσα

στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο

κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν στον αφρό

κι ο καπετάνιος ζωντανός

κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού

ο πατέρας μου και η μητέρα μου

κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να τα διαβάσουν

έχουν ξεχάσει να διαβάζουν

λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα

στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού κρανίου με ξεγέλασες

γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα

και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

Μίλτος Σαχτούρης - Ο τρελός λαγός

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές
ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Μίλτος Σαχτούρης - Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι

ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι

στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε

ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ' το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει